Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσιζστορικέικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τσιζστορικέικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20/11/11

Ο ”αντιφασισμός” από μία αναρχική οπτική

Στην Ισπανία η 20 Νοέμβρη είναι η επέτειος του θανάτου του Πρίμο ντε Ριβέρα[1] και του Φράνκο. Κάθε χρόνο οι μοναρχικοί, οι φασίστες και οι νοσταλγοί του Φράνκο οργανώνουν συγκεντρώσεις-μνημόσυνα, ενώ το αντιφασιστικό κίνημα οργανώνει αντιδιαδηλώσεις την ίδια μέρα, κοντά στις φασιστικές συγκεντρώσεις. Το κείμενο των "los incendiadores" είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του στο πρωτότυπο: «Η 20 Νοέμβρη και ο “αντιφασισμός” από μία αναρχική οπτική».
 
Για άλλη μια χρονιά φτάνει η “20 Nοέμβρη”. Μια ημερομηνία που είναι σημαδεμένη από μακάβρια γεγονότα-σταθμούς στην πρόσφατη ιστορία της Ισπανίας. Από το θάνατο του Ντουρούτι (1936), μέχρι το θάνατο του Φράνκο (1975), περνώντας από την εκτέλεση του Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα (1936) και, πιο πρόσφατα, στη δολοφονία του Σαντιάγκο Μπρουάρντ (1984) στα χέρια της GAL[2] και του Χόσου Μουγκουρούζα (1989), που πυροβολήθηκε από δύο φασίστες της οργάνωσης Αυτόνομες βάσεις, ένας εκ των οποίων ήταν ο περιβόητος Ρικάρντο Σάενζ ντε Ινεστρίλιας.
Και για ακόμα μία χρονιά σε ολόκληρη την επικράτεια του ισπανικού κράτους οργανώνονται διαδηλώσεις. Όλο αυτό είναι μία επίδειξη εργατικού φετιχισμού με παρελκόμενα αντιφασιστικής θεματικής, που βγαίνει στους δρόμους των μεγάλων πόλεων του κράτους, σαν να βρισκόμασταν εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Μπορεί να υπάρξει κάποια επίθεση της αστυνομίας, ίσως ακόμη και μια φιλονικία με μερικούς νεοναζί. Όμως, όπως κάθε χρόνο, φτάνει η 20 Νοεμβρίου, μετά είναι φυσικό να έρθει η 21η, και μ’ αυτήν το τέλος όλης αυτής της «αντιφασιστικής επίθεσης». Εξαφανίζονται οι διαδηλώσεις, οι σημαίες, οι ομιλίες, εξαφανίζεται μέχρι και το ίδιο «αντιφασιστικό κίνημα» που μπαίνει σε χειμερία νάρκη μέχρι την επόμενη 20η Νοεμβρίου, ή μέχρι κάποιο νεοφασιστικό κομματίδιο κάνει κάποια συμβολική πράξη, ζητώντας από κάποιον, σχεδόν ουρλιάζοντας, να προσπαθήσει να το χτυπήσει για να πάρει στην τηλεόραση το ένα λεπτό της δόξας που του αναλογεί.
Το περίεργο είναι ότι ο «αντιφασιστικό κίνημα» δεν εξαφανίζεται λόγω έλλειψης δυνάμεων. Έχει αποδειχθεί ότι είναι σε θέση να συγκεντρώσει περισσότερους ανθρώπους από ότι η πλειοψηφία των κοινωνικών κινημάτων όταν προκύπτει ανάγκη, όπως έγινε στην περίπτωση της δολοφονίας του Κάρλος Παλομίνο[3], ακριβώς στις παραμονές μιας 20ης Νοεμβρίου, με μία διαδήλωση αρκετά μεγάλη παρά την πίεση της αστυνομίας. Η πραγματικότητα είναι ότι, μετά τις ημερομηνίες αυτές, τα πάντα αραιώνουν και μετατρέπονται σε κάποιες μεμονωμένες οδομαχίες, που δεν διαφέρουν πολύ από αυτές στις οποίες πρωταγωνιστούν τα μέλη διαφορετικών συμμοριών ή ‘φυλών’ των πόλεων. (Φαντάζουν)Εντελώς ίδιες στα μάτια ενός συνηθισμένου εργάτη, που δεν ταυτίζεται με τα κίνητρα του αντιφασισμού.
Και γιατί; Γιατί η εργατική τάξη δε βγαίνει στους δρόμους για να παλέψει ενάντια στο φασισμό; Πολύ πιθανώς επειδή κανένας δεν βλέπει το φασισμό ως απειλή εκτός από το ίδιο το «αντιφασιστικό κίνημα». Δεν είναι εύκολο να πείσουμε κάποιον ότι οι 50 σκίνχεντς οι οποίοι πάνε στις διαδηλώσεις του MSR[4] ή της Democracia Nacional[5] (ο καθένας στη δική του, αλλιώς θα μπερδευτούν…) και παρουσιάζουν ένα θλιβερό θέαμα περιτριγυρισμένοι από τριπλό αστυνομικό κλοιό για την προστασία τους από το…πλήθος που τους λιθοβολεί όπου κι αν πάνε, είναι το οπλισμένο χέρι του δημοκρατικού καπιταλισμού. Δεν είναι εύκολο να πείσουμε κανέναν, γιατί δεν είναι αλήθεια.
Ίσως στο πρώτο τρίτο του εικοστού αιώνα, ο φασισμός να είχε αναλάβει το ρόλο του όπλου της αστικής τάξης εναντίον της ασταμάτητης ανόδου των επαναστατικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη, αλλά αν μεταφέρουμε αυτήν την κατάσταση στις σημερινές συνθήκες, αυτό δεν στέκει. Τουλάχιστον, αν θεωρούμε ότι τα γκρουπούσκουλα των νεοναζί είναι ο πραγματικός φασισμός σήμερα. Το να επιτίθεται κανείς στους νεοναζί πρόκειται απλά για την επιφάνεια του προβλήματος, που δεν είναι άλλο από τον εθνικισμό, την πραγματική ιδεολογία που στηρίζει και νομιμοποιεί το κράτος, και της οποίας, σήμερα ο ναζιστικός φασισμός είναι απλά μια ερμηνεία που έχει φτάσει σε παρανοϊκά άκρα, όπως αυτός ο παράλογος φόβος/μίσος προς τους ξένους (μόνο προς εκείνους που είναι φτωχοί, φυσικά).
Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η αντιφασιστική τακτική είναι ένα λάθος στην αντίληψη του πραγματικού εχθρού, ο οποίος δε βρίσκεται στα πάρκα με τις ανάποδα ζωγραφισμένες σβάστικες, αλλά κάθεται στις πολυθρόνες του κράτους και των μεγάλων εταιρειών. Θα μπορούσαμε να το συμπεράνουμε, αν η χρήση του διάσημου όρου της «αντιφασιστικής ενότητας» από   ομάδες αμφίβολης επαναστατικότητας δεν μας ήταν γνώριμος.
Δεν θα απαριθμήσουμε ξανά όλους τους αγώνες που τα αυταρχικά αριστερά κόμματα έχουν αδειάσει από το περιεχόμενο τους και, στη συνέχεια, έχουν χειραγωγήσει και καταστρέψει στο όνομα της περίφημης ενότητας. Θα περιοριστούμε στο να μην μπούμε ξανά σ’ αυτό το παιχνίδι. Το γεγονός ότι αρκετές ομάδες είναι ενάντια στους νεοναζί είναι περισσότερο ένα σύμπτωμα πνευματικής υγείας παρά μία ιδεολογική ταυτότητα. Ως εκ τούτου, συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι δεν αγωνιζόμαστε γι’ αυτό που παλεύουν τα μαρξιστικά κόμματα, αν και οι δύο αισθανόμαστε μια βαθιά περιφρόνηση για τις ρατσιστικές και ξενοφοβικές ομάδες. Και ως εκ τούτου, δεν βλέπουμε την αναγκαιότητα της δημιουργία μιας ενότητας απέναντι σε μια απειλή που δεν είναι απειλή, ό,τι κι αν λένε, και που να μας κάνει να αποκηρύξουμε κάποια από τις αρχές της τακτικής μας.
Θέλουμε ενότητα, ναι, αλλά ενότητα ενάντια στον πραγματικό εχθρό: το Κράτος και την ιδεολογία του: τον εθνικισμό. Ενότητα ενάντια σε ό,τι καθιστά δυνατή τη διάχυση του εθνικισμού στο λαό, απομακρύνοντας τον από κάθε επιθυμία για χειραφέτηση. Ενότητα ενάντια στον αυταρχισμό, ενάντια στη λογοκρισία, την καταστολή και την εκμετάλλευση. Ενότητα ενάντια στον καπιταλισμό και για τον ελευθεριακό κομμουνισμό: Για έναν κόσμο χωρίς σύνορα, χωρίς κράτη, χωρίς κυβερνήσεις και, επομένως, χωρίς φασισμό

Αναρχική ομάδα “Οι Εμπρηστές” http://losincendiadores.wordpress.com/

To κείμενο στα ισπανικά. Αναδημοσίευση απο το: http://gr.contrainfo.espiv.net/



[1] Aπό τους μεγαλύτερους φασίστες στη νεότερη ιστορία της Ισπανίας. Εθνικιστής, υπέρμαχος του κάθετου συνδικαλισμού, ιδρυτής της φασιστικής Φάλαγγας. [2] Παρακρατική-παραστρατιωτική οργάνωση που ιδρύθηκε από το «Σοσιαλιστικό» Κόμμα της Ισπανίας. Είχε μεγάλη τρομοκρατική δράση και δολοφονίες όχι μόνο μελών της ΕΤΑ αλλά και βάσκων, αριστερών, οικολόγων, ακτιβιστών και απλών ανθρώπων, στην επικράτεια του κράτους της Ισπανία και της Γαλλίας. [3] Αγωνιστής αντιφασιστικής οργάνωσης που δολοφονήθηκε το 2007 από ακροδεξιούς στη Μαδρίτη. [4] Οι εθνικοσοσιαλιστές της ιστορίας. Το ίδιο μικρονοϊκοί με τους δικούς μας αλλά κάπως πιο οργανωμένοι μέσα στη μιζέρια τους. [5] Εθνικιστές, η light και πιο λαϊκιστική εκδοχή των παραπάνω, αν και όλα αυτά τα φρανκικά αποβράσματα κατά βάθος είναι «τα ίδια σκατά».

28/11/10

“Srebrenica (Never Again)” #2: η ιστορία

.

Συνέχεια, από το προηγούμενο: 
.
Αφορμή ήταν ένα (βοσνιακό) τραγούδι, επίλογος ας είναι ένα άλλο (με ελληνικό στίχο) κομμάτι. Όμως, όπως σας έλεγα, όλα από κάπου ξεκινάνε, αλλά τι σημασία έχει η αρχή όταν αυτά καταλήγουν σε γενοκτονίες, ομαδικούς τάφους και Νατοϊκούς βομβαρδισμούς; Ή μήπως κάθε πόλεμος δεν έχει ως κίνητρο την Εξουσία και κάθε εθνική ιστορία δεν χτίζεται πάνω σε ομαδικούς τάφους;
Ωστόσο, επειδή τα γεγονότα είναι αυτά που οδηγούν σε γενικεύσεις ενώ το αντίθετο συσκοτίζει τα γεγονότα και αλλοιώνει τα συμπεράσματα, ας πάρουμε τα πράγματα -σχεδόν- απ' την αρχή, ουδέτερα από εθνική αλλά όχι και από κοινωνική/ταξική σκοπιά. Δύσκολο το εγχείρημα αλλά αξίζει τον κόπο, ειδικά στον τόπο που ζούμε και με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη όπου γαλουχηθήκαμε:

Η σχάση της Ομοσπονδίας:

Με την ανατολή των 90's και την πτώση του ανατολικού μπλοκ μαίνονται και τα εθνικιστικά μαγειρέματα στο καζάνι των Βαλκανίων και την Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία για τη νομή των εδαφών και της Εξουσίας. Η κατάρρευση του κομμουνιστικού ομοσπονδιακού καθεστώτος βρίσκει σε πιο ισχυρή θέση (σε σχέση με τα υπόλοιπα ομόσπονδα κράτη) Σλοβενία, Κροατία και Σερβία. Η πρώτη βγαίνει σχεδόν αναίμακτα από την διάσπαση, η δεύτερη αναζητά πλάτες στην ΕΕ και η τρίτη (υπό τη δικτατορία Μιλόσεβιτς και με τον έλεγχο του πρώην Γιουγκοσλαβικού στρατού στα χέρια της) εμμένει στην διατήρηση της Ομοσπονδίας υπό Σερβική κατοχή. Η Βοΐβοντίνα και το Μαυροβούνιο εντάσσονται άμεσα στο πλευρό των Σερβών ενώ τα ζόρικα και το μεγάλο μακελειό προμηνύεται κυρίως στις φτωχότερες και εθνικά μεικτές Δημοκρατίες της Βοσνίας, Κοσόβου και Μακεδονίας.
Από τη στιγμή που η Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών διαλύεται εσω-θεσμικά και πολιτικά προκρίνεται η μετάβαση από τον όποιο ανατολικού τύπου “υπαρκτό σοσιαλισμό” στο δυτικό-καπιταλιστικό μοντέλο εθνικών κρατών, κάθε ιστορική προσέγγιση περί (Γιουγκοσλαβικού) Εμφυλίου είναι εξίσου καταδικασμένη στην αποτυχία και τον εθνικισμό. Αλλά και κάθε δυτικοευρωπαϊκό και Νατοϊκό κράτος είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, συνυπεύθυνο για τις σφαγές που θα ακολουθήσουν.

Η μεταστοιχείωση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης:

Εθνικοί πόλεμοι και εθνικιστικές συρράξεις μαίνονται για σχεδόν μια δεκαετία στις μεικτές Κροατικές, Σερβικές και Μουσουλμανικές περιοχές, μικρότερου αρχικά βελινικούς στο Κόσοβο και τη Μακεδονία, εκατόμβες νεκρών και σφαγές (με αποκορύφωμα τη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα) στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Και κυρίως του Σεράγεβο (που πολιορκείται τέσσερα ολόκληρα χρόνια από τον Σερβικό τακτικό στρατό και τους Σερβοβόσνιους παρακρατικούς) που έχει την “ατυχία” να αποτελεί την πιο μεικτή από τις μεικτές ζώνες της πρώην Ομοσπονδίας: Σερβοβόσνιοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι της Βοσνίας μάχονται μεταξύ τους για την επικράτηση και την Εξουσία αλλά και ένα ποσοστό μεικτών οικογενειών (που δεν χωράει σε κανένα έθνος) μάχεται για την επιβίωση του από τις εθνοκαθάρσεις. Και είναι αυτό κυρίως το “μπάσταρδο” κομμάτι του Βοσνιακού λαού που κόντρα στο ρου των εθνικισμών και της ιστορίας προκαλεί την συμπάθεια και την ελπίδα στους όποιους αντιφρονούντες για ένα “πολυπολιτισμικό” Σεράγιεβο.

Από τα τέλη του '91 (και ενώ ήδη οι Σερβικές δυνάμεις έχουν καταλάβει σχεδόν το 1/3 της Κροατίας και έχουν “εκκαθαρίσει” περιοχές όπως το Βούκοβαρ) ανοίγουν το μέτωπο της Βοσνίας, ξεκινώντας με πλάνο πολιτικής αποσταθεροποίησης. Οι Σερβοβόσνιοι (30% του Βοσνιακού πληθυσμού) οργανώνονται πολιτικά και στρατιωτικά, διαχωρίζονται εθνικά και με αρχηγό τον Κάρατζιτζ διεκδικούν το Σερβικό κράτος της Βοσνίας. Τον Φλεβάρη του '92 και με ορατή την απειλή του πολέμου όλοι οι υπόλοιποι (Βόσνιοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι) συνενώνονται προσωρινά υπό τον μετριοπαθή -τότε αλλά πάντα- τυχοδιώκτη Ιζεμπέκοβιτς ανακηρύσσοντας την ανεξαρτητοποίηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ως πολυεθνικού κράτους με πρωτεύουσα το Σεράγεβο.
Υπό την απειλή της Σερβικής κατάκτησης και χωρίς ιδίες στρατιωτικές δυνάμεις η κίνηση αυτή αποσκοπεί ουσιαστικά στην πολιτική αναγνώριση από την ΕΕ και την προστασία του ΟΗΕ. Και ναι μεν τα Ηνωμένα Έθνη ένα μήνα αργότερα θα στείλουν κυανόκρανους παρατηρητές που καταγράφουν τις σφαγές -κάποιες φορές με την παρουσία τους τις αναβάλουν- αλλά ποτέ δεν θα τις εμποδίσουν. Στο μεταξύ οι 90.000 σερβικού τακτικού στρατού του στρατηγού Μλάντιτς μαζί με τις παραστρατιωτικές συμμορίες των Αρκάν, Σέσελι, Τσόβιτς, Λούκιτς, κ.α. έχουν ξεκινήσει και συνεχίζουν ακάθεκτοι το θεάρεστο έργο της σφαγής των αλλόθρησκων και των εθνικών εκκαθαρίσεων στην Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Μικρά χωριά εξαφανίζονται εν μια νυκτί και μεγαλύτερες πόλεις όπως το Σεράγεβο και η Σρεμπρένιτσα βομβαρδίζονται καθημερινά και για χρόνια πολιορκούνται ανελέητα.

Το παλιό ορυχείο με τα νέα πτώματα:

 Η Σρεμπρένιτσα, μια μουσουλμανική πόλη 9.000 κατοίκων ανάμεσα στην Τούζλα και τα σύνορα της Σερβίας, πολιορκείται από τους Σερβοβόσνιους από τον Απρίλη του '92 και για περισσότερα από τρία χρόνια. Και ενώ ισοπεδώνονται τα περίχωρα της σε αυτήν συγκεντρώνονται κάτω από άθλιες συνθήκες επιπλέον 50.000 πρόσφυγες και τραυματίες, επιζώντες των σερβικών εθνικών εκκαθαρίσεων και καταδικασμένοι στην λιμοκτονία. Λίγο η στοιχειώδης και μαφιόζικου τύπου αντίσταση των άτακτων μουσουλμάνων του Νάσερ Όριτς (που συχνά με τη σειρά τους επιδίδονται σε πλιάτσικο και εκδικητικές επιδρομές κατά Σερβικών χωριών) πολύ περισσότερο ο εγκλωβισμός Γάλλων κυανόκρανων στο κέντρο της πολιορκίας αναστέλλουν προσωρινά την γενοκτονία. Και στις 12 Μαρτίου 1993 οδηγούν στην σύναψη μιας εύθραυστης όσο και άνισης εκεχειρίας που καταλήγει στον αφοπλισμό των μουσουλμανικών ομάδων και στην προώθηση των σερβοβοσνιακών θέσεων. Μια καινούρια όσο και διφορούμενη ορολογία γεννιέται αυτοσχέδια στην πολιτική του ΟΗΕ καθώς η Σρεμπρένιτσα ανακηρύσσεται “ασφαλής περιοχή” υπό την προστασία 120 (Γάλλων αρχικά, Καναδών ενδιάμεσα και Ολλανδών στο τέλος) κυανόκρανων.
Εάν η Σρεμπρένιτσα είχε ανακηρυχθεί ως “ασφαλές καταφύγιο (safe haven)” όπως γίνονταν έως τότε, ΟΗΕ και ΝΑΤΟ θα υποχρεώνονταν από το καταστατικό τους στην στρατιωτική προστασία των προσφύγων και στην άμεση πολεμική εμπλοκή τους στον πόλεμο της Βοσνίας. Προφανώς η “πολιτισμένη και φιλειρηνική” Ευρώπη -που ηγείται των ειρηνευτικών διαδικασιών- δεν επιδιώκει κάτι τέτοιο, νίπτει τας χείρας της και αποποιείται των ευθυνών της σφυρίζοντας αδιάφορα. Προφανώς και τα σερβικά στρατιωτικά και παραστρατιωτικά επιτελεία αντιλαμβάνονται δικαίως το σφύριγμα ως κλείσιμο ματιού και χωρίς βιασύνη προετοιμάζονται για το μεγάλο μακελειό, αυτό που αργότερα θα χαρακτηριστεί ως το πρώτο ευρωπαϊκό ολοκαύτωμα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

 Καλοκαίρι του 1995 και το Σερβικό πυροβολικό πυκνώνει τους βομβαρδισμούς του, 11 Ιουλίου και οι Ολλανδοί κυανόκρανοι παραδίδουν αμαχητί την “ασφαλή περιοχή” στους πολιορκητές της. Στο πολιτικό σκηνικό, οι εντολές οπισθοχώρησης και εγκατάλειψης των προσφύγων, υπό την πίεση της “διεθνούς κοινής γνώμης”, θα οδηγήσουν αφενός την Ολλανδική κυβέρνηση στην παραίτηση της και αφετέρου θα δρομολογήσουν τις διαδικασίες για την άμεση στρατιωτική παρέμβαση του ΝΑΤΟ.
Στη σκηνή του δράματος, οι ανηλεείς βομβαρδισμοί και το ομαδόν πυρ θα δημιουργήσουν εκατόμβες νεκρών και άτακτη φυγή των αμάχων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα διασπαστούν και θα δημιουργήσουν δύο μεγάλα καραβάνια προσφύγων. Οι εναπομείναντες γυναίκες με τα παιδιά θα ακολουθήσουν την οδική διαδρομή προς την Τούζλα, χωρίς ωστόσο να λείψουν από τον διωγμό τους τα στρατιωτικά πυρά, οι απαγωγές και οι βιασμοί. Δεκαπέντε περίπου χιλιάδες άνδρες, έχοντας προφανώς αντιληφθεί το σχέδιο γενοκτονίας, θα ακολουθήσουν ελικοειδής διαδρομές μέσα απ' τα βουνά και κάποιες φορές θα χρειαστεί να επιτεθούν -εν είδη αντάρτικου- σε στρατιωτικά μπλόκα για να επιβιώσουν. Από αυτούς τους ανθρώπους 300 φέρεται να έχουν όπλα και μόλις περίπου 50 να είναι οι άντρες του τάγματος βουνού των Μουσουλμάνων της Βοσνίας μαζί με τον ίδιο τον Νάσερ Όριτς (που με την διάσωση των προσφύγων σήμερα θεωρείται λαϊκός ήρωας στη Βοσνία).

Εκτός όμως από τους νεκρούς και τους πρόσφυγες υπάρχουν και οι συλληφθέντες. Στις 14 Ιουλίου ο συνταγματάρχης Ράντισλαβ Γιάνκοβιτς αναφέρει στο Ολλανδικό επιτελείο ότι οι σερβοβοσνιακές δυνάμεις έχουν συλλάβει περίπου 6.000 αιχμαλώτους πολέμου. Οι εντολές του Κάρατζιτς είναι σαφείς: “Όλοι όσοι είναι εκεί κάτω θα πρέπει να εκτελεστούν. Σκοτώστε όλους αυτούς που μπορούν να φέρουν όπλο”. Όπερ και εγένετο: περισσότεροι από 8.000 Μουσουλμάνοι άνδρες και αγόρια μεταξύ 11 και 80 χρονών έπεσαν νεκροί από Σερβικά πυρά και μπαζώθηκαν σε ομαδικούς λάκκους, ανάμεσα στις 11 και 19 Ιουλίου '95. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών δεν έπεσαν στην μάχη αλλά εκτελέστηκαν βάση του σχεδίου εθνοκάθαρσης της περιοχής.

Η εξώθερμη αντίδραση και η ελληνική σημαία:

Λίγες ώρες μετά την άλωση της Σρεμπρένιτσα, πάνω από τους φρεσκοσκαμμένους ομαδικούς τάφους και τα αποκαΐδια, μαζί με τα σερβικά λάβαρα θα κυματίσουν περήφανα η ελληνική και η βυζαντινή σημαία ενώ οι Έλληνες εθελοντές θα παρασημοφορηθούν από την ίδια τη Σερβοβοσνιακή ηγεσία. Η ελληνοσερβική φιλία σε όλο της το μεγαλείο αλλά και η τρανή απόδειξη της ελληνικής συμμετοχής στο μακελειό και τη λεηλασία. Διόλου παράξενο αφού καθ΄ όλη την διάρκεια των γιουγκοσλαβικών πολέμων το ελληνικό κράτος υπήρξε ο πιστότερος σύμμαχος των Κάρατζιτς/Μιλόσεβιτς παρέχοντας τους πλήθος διπλωματικών/οικονομικών/κατασκοπευτικών/στρατιωτικών “διευκολύνσεων”, με το αζημίωτο πάντα αλλά και την υπόσχεση αναδιανομής Μακεδονικών και Αλβανικών εδαφών μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας.

 Με τη σύναψη της ελληνοσερβικής συμμαχίας η Ελλάδα συμμετέχει ανεπίσημα στον πόλεμο αλλά παράλληλα προετοιμάζεται και για το ενδεχόμενο επίσημης εμπλοκής της, έχοντας πρώτα απ' όλα κερδίσει -με τη συστηματική προπαγάνδα και τον έλεγχο των ΜΜΕ- την εθνική συσπείρωση στο εσωτερικό της. Ο σύμμαχος έχει προ πολλού βρεθεί στο όνομα των ομόθρησκων Σέρβων αδελφών μας, οι συνωμοσίες περί ευρωπαϊκών μουσουλμανικών τόξων (Βοσνία-Αλβανία-Μακεδονία-Τουρκία) παρέχουν τα ιδεολογικά άλλοθι και σε νούμερο ένα εχθρό έχει ανακηρυχθεί η Μακεδονία, παρόλο τον εμφύλιο μεταξύ αλβανόφωνων και σλαβόφωνων και την πλήρη ανυπαρξία στρατευμάτων στο εσωτερικό της. Η δε Αλβανία είναι ήδη αποσυντεθειμένη σαν κράτος και οι Αλβανοί μετανάστες μετατρέπονται σε υποχείριο της εξωτερικής πολιτικής, κάτω από τις εθνικιστικές κορώνες περί αλυτρωτισμού της Βαρείας Ηπείρου.
Με τα αλλεπάλληλα ελληνικά διπλωματικά “σαμποτάζ” στα σχέδια του ΝΑΤΟ και τα βέτο στον ΟΗΕ (με πρόσχημα την αναγνώριση της Μακεδονίας) και με δεδομένη τόσο την πολιτική ανεπάρκεια όσο και τις απόπειρες χειραγώγησης (μέσω της Ελληνικής Προεδρίας) της ΕΕ αυτό που επιδιώκει η συμμαχία Μιλόσεβιτς-Κάρατζιτς και Μητσοτάκη-Σαμαρά/Παπανδρέου-Πάγκαλου είναι η καθυστέρηση της Αμερικανικής εμπλοκής. Τόσο όμως οι πρώτοι με τις στρατιωτικές τους “χοντροκοπιές” στη Σρεμπρένιτσα και το Σεράγεβο όσο και οι δεύτεροι με τις διπλωματικές τους “τσαπατσουλιές” και τις πλαστογραφήσεις εγγράφων και πληροφοριών, τελικά επιταχύνουν παρά εμποδίζουν την ανάμειξη των πλανητόμπατσων στους σύγχρονους αυτούς βαλκανικούς πολέμους.

Ο Θείος Σαμ και η βίαιη σύντηξη:

Με την ενίσχυση του Τούτζμαν και του Κροατικού στρατού, του Ιζεμπέκοβιτς και των Μουσουλμανικών ομάδων και κυρίως με την αεροπορία του ΝΑΤΟ, οι “Σύμμαχοι” μέσα σε λίγους μήνες οδηγούν τον Σερβοβοσνιακό στρατό σε ήττα και στην υπογραφή της ειρηνευτικής συνθήκης του Ντέιτον, που θα σημάνει και το τέλος του Βοσνιακού πολέμου (14/12/95). Για να επαναφέρουν τα σύνορα στην προηγούμενη κατάσταση οι “Σύμμαχοι” μεταξύ των άλλων βομβαρδίζουν μη στρατιωτικούς στόχους και δημιουργούν καινούρια καραβάνια προσφύγων, κλείνουν τα μάτια στις εκδικητικές εκκαθαρίσεις των Κροατομουσουλμάνων, συμβάλλουν στην βίαιη εκκένωση των Σερβικών περιοχών της Κράινα, και χωρίζουν την Βοσνία στα δύο εγκαθιστώντας ειδικό πολιτικοστρατιωτικό καθεστώς στη χώρα. Στο μεταξύ οι Σερβοβόσνιοι αδίκως περιμένουν βοήθεια και ενισχύσεις από το Βελιγράδι, το καθεστώς Μιλόσεβιτς έχει ήδη συνθηκολογήσει και αυτό που τώρα τον ενδιαφέρει είναι το μέτωπο του Κοσόβου.
Που όντως λίγο καιρό μετά θα ανοίξει (1996-1999) με τις γνωστές πλέον συνέπειες: την ολοκληρωτική ήττα του Σερβικού Μεγαλοϊδεατισμού και της ελληνοσερβικής φιλίας, τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς τόσο στη Πρίστινα όσο και στο ίδιο το Βελιγράδι, τη μόνιμη εγκατάσταση Νατοϊκών δυνάμεων στα Βαλκάνια και τον πλήρη έλεγχο τους σε Κόσοβο και Μακεδονία. Οι ίδιες πολιτικές φατρίες (που παραλίγο τότε να μπλέξουν την Ελλάδα στον πόλεμο και που συνεχίζουν να την κυβερνούν έως σήμερα) θα εναρμονιστούν με το καινούριο παραμύθι της βορειοατλαντικής λεηλασίας για την ανοικοδόμηση των Βαλκανίων και θα στρέψουν τον εθνικισμό στην ανάδειξη του ελληνικού κράτους ως ισχυρής βαλκανικής δύναμης/αυτοκρατορίας.

Και όμως κάποια κομμάτια του παζλ αγνοούνται:

Ελάχιστους βαλκάνιους φαίνεται να απασχολούν τα παθήματα των εθνικισμών. Τόσοι νεκροί για το τίποτα, τόσο μίσος για τα πάντα. Μίσος μεταξύ Σέρβων, Κροατών και Μουσουλμάνων, μίσος μεταξύ Ελλήνων, Μακεδόνων και Αλβανών. Ο εθνικισμός γεννά εθνικισμό, κανένας εθνικισμός και κανένας εθνικός στρατός δεν είναι αθώος. Κανένας μπάτσος ή πλανητόμπατσος δεν μπορεί να είναι “ουδέτερος”, καμία δικαιοσύνη “ανεξάρτητη”, καμιά ειρήνη χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να διαρκέσει. Στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη -με απίστευτο κόστος σε ανθρώπινες ζωές- αποκαταστάθηκε η τάξη εις βάρος της “διαπολιτισμικότητας”, εγκαθιδρύθηκε η ειρήνη εις βάρος της ελευθερίας. Παντού στον Αίμο οι Βαλκανικοί εθνικισμοί ηττήθηκαν στρατιωτικά όχι όμως και κοινωνικά. Και αυτή είναι μια μάχη που οφείλουν να δώσουν οι ίδιες οι κοινωνίες τόσο ενάντια στις κυρίαρχες πολιτικές όσο και εναντίον των ίδιων των πολιτικών και στρατιωτικών τους αντιπροσώπων.

Παντού στην Γιουγκοσλαβία και απ' όλες τις πλευρές διαπράχτηκαν εγκλήματα πολέμου ακόμα και οι “ειρηνευτικές δυνάμεις” εγκλημάτησαν εναντίον της ανθρωπότητας για να επιβάλλουν την ειρήνη. Όμως όλα από κάπου ξεκινούν και μας αρέσει δεν μας αρέσει κάποιοι έχουν μεγαλύτερη ευθύνη τόσο για την έναρξη των εχθροπραξιών όσο και για τις σφαγές που ακολούθησαν. Και όταν μιλάμε για την Σρεμπρένιτσα οι 8.000 επισήμως νεκροί σφαγιάστηκαν μόνο και μόνο γιατί ήταν Μουσουλμάνοι, και αυτό δεν λέγεται πόλεμος αλλά γενοκτονία. Και σφαγιάστηκαν από Σέρβους και κάποιους Έλληνες εθελοντές συμμάχους τους, που και αυτοί δεν λέγονται στρατιώτες αλλά φασίστες και δολοφόνοι. Και που τότε παρουσιάστηκαν σαν ήρωες από τα ΜΜΕ και σαν τέτοιοι έγιναν δεκτοί από την ελληνική κοινωνία.
Όσο για την Ελλάδα, δύσκολα θα καταλάβαινε ότι έγινε πόλεμος αν δεν βομβαρδιζόταν η Σερβία το 1999. Οποιαδήποτε ανάλυση για την πνευματική, πολιτική και δημοσιογραφική ελίτ σχετικά με το τι συνέβη στη Γιουγκοσλαβία θα είναι θλιβερή. Γιατί αν ακόμη και σήμερα ο Έλληνας πολίτης του 21ου αιώνα σκέφτεται ότι πρέπει να καταδικάσει το έγκλημα μόνο αν τον βολεύουν ο θύτης και το θύμα, τότε αυτό προκαλεί θλίψη.” Και σίγουρα τέτοιες μεροληπτικές αντιλήψεις όχι μόνο δεν βοηθούν στην κατανόηση και στο ξεπέρασμα των εθνικισμών αλλά επωάζουν και τις εθνικές εκκαθαρίσεις του μέλλοντος. Ο Άγιος Παντελεήμονας πχ δεν είναι και πολύ μακριά...

Χρήσιμη βιβλιογραφία και εναλλακτικές πηγές αυτενέργειας:

1. Βοσνία Ερζεγοβίνη: η μάχη της πολυεθνικής κοινωνίας, Συλλογή κειμένων του αντιπολεμικού  κινήματος, Συλλογικό, Βιβλιοπέλαγος 1996.
      2. Σρεμπρένιτσα: το μεγαλύτερο έγκλημα του “πολιτισμένου κόσμου” στην Ευρώπη μετά τον β' παγκόσμιο πόλεμο, Συλλογικό, carthago/αντισχολείο, 1999
3. Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη "Γιουγκοσλαβία: η έκρηξη του εθνικισμού" (Αθήνα 1991) και "Η δολοφονία της Γιουγκοσλαβίας (εκδ. Παρασκήνιο).
4. Γιώργου Μητραλιά "Γιουγκοσλαβία, Έγκλημα και τιμωρία. Το χρονικό μιας καταστροφής" (Αθήνα 1994, εκδ.Ιαμός). 
5. Αργύρης Ντινόπουλος “Zar je ovo Sarajevo?”(εκδ. Κορυφή, 1993)
6. Νεμπόισα Ποπόφ "Ο σέρβικος λαϊκισμός" (Αθήνα 1994, εκδ. Παρασκήνιο).

Έξτρα σημειώσεις και επεκτάσεις:

1. Για ένα “εγκυκλοπαιδικό” πολιτικό και στρατιωτικό ημερολόγιο, εδώ.   
2. Έργα και ημέρες του Κάρατζιτς και του Δικαστηρίου της Χάγης: (1), (2) (3)  
3. Για τους έλληνες εθελοντές και τις σφαγές στη Σρεμπρένιτσα: (1),  (2) (3),  (4), (5)  
4. Περισσότερα για την ελληνική ιδεοληψία και εξωτερική πολιτική: (1) (2)(3)   
5. Σύγχρονες ποδοσφαιρικές μπίζνες υπό τη σκιά του πολέμου: κλικ! 
.

    20/11/10

    “Srebrenica (Never Again)” #1: το τραγούδι

    .

    Όλα από κάπου ξεκινάνε, αλλά τι σημασία έχει η αρχή όταν αυτά καταλήγουν σε γενοκτονία και ομαδικούς τάφους; Την θυμάμαι καλά την εποχή, πως να ξεχάσω τον πόλεμο στην Ευρώπη του 20ου αιώνα και τις ελληνικές πολεμικές προετοιμασίες; Παρόλα αυτά υπάρχουν πράγματα που δεν θα 'θελα να θυμάμαι, γεγονότα που 15 χρόνια μετά εξακολουθούν να πονάνε έναν αντιμιλιταριστή κοσμοπολίτη. Και 'μεις εδώ τον πόλεμο γλυτώσαμε ωστόσο όχι μόνο δεν μάθαμε από τα λάθη μας αλλά ακόμα θεωρούμε σωστά τα ελληνοσερβικά μας πάθη και τους βορειοηπειρωτικούς και μακεδονίτικους τσαμπουκάδες μας. Τι ειρωνεία, αλλά αυτά είναι τα γονίδια της φυλής: η λαμογιά και η αρπαχτή, αυτό είναι και το κάρμα ενός έθνους. Κάπως έτσι πιστέψαμε σαν έθνος τότε ότι θα πάρουμε πίσω αλύτρωτες πατρίδες, έτσι πιστεύαμε μέχρι πρότινος ότι κοροϊδεύουμε τους Ευρωπαίους και τους τρώμε κονδύλια, και να η κατάντια της ισχυρής ευρωπαϊκής δύναμης των Βαλκανίων! Γλύτωσε τις σφαγές στο έδαφός της αλλά όχι και τον (οικονομικό) πόλεμο, γλυτώσαμε το ΝΑΤΟ αλλά όχι και το ΔΝΤ, να χαίρεσαι την Ελλάδα σου λοιπόν και πάλι καλά να λες.

    Αλλά βρες και κάτι να πεις στα παιδιά των Βόσνιων μουσουλμάνων που μεγάλωσαν στην υγρασία του αίματος και τη σκιά των ομαδικών τάφων. Αν έχεις μεγαλώσει έτσι πως να μην βαφτίσεις το συγκρότημα σου “γενοκτονία”; Κάθε τραγούδι έχει την δική του ιστορία, αλλά αν ένα τραγούδι όπως το “Srebrenica (Never Again)”, έστω και ως αφορμή, σου προκαλεί τόσες σκέψεις και επιπλέον δεν σε αφήνει να ξεχάσεις, τότε μάλλον αξίζει τον κόπο. Και το τραγούδι και η ιστορία.





    Ξεκινώ με το τραγούδι [περισσότερα mp3 εδώ, -right click → “save link as” ] και ξεκλέβω χρόνο για να γράψω την ιστορία... Στο μεταξύ αξίζει τον κόπο και ένα -καθεστωτικό μεν αλλά και άκρως κατατοπιστικό δε- ντοκυμαντέρ για την σφαγή της Σρεμπρένιτσα:





    Όπως αξίζει τον κόπο ένα κλικ για μια σύντομη εξιστόρηση και μια υπενθύμιση για την πολεμοχαρή ελληνοσερβική συμμαχία εκείνης της εποχής:




    «Νοιώθαμε ικανοποίηση όταν σκοτώναμε μουσουλμάνους. Υπήρχαν στιγμές που το γιορτάζαμε για να απομακρύνουμε την ένταση της μάχης». Έλληνας εθελοντής στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ (13-11-2004)

    συνεχίζεται...
    .

    16/10/10

    Ν’ ανατινάξουμε την Ακρόπολη!

    .
    Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων
    ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ Αριθ. 1, 18 Νοεμβρίου 1944


    auf der Akro Police

    Έχοντας κοινή αισθητική και κοσμοθεωρητική άποψη, πως η καταστροφή κι η θνητότητα της μορφής των όντων περιλαμβάνονται στο περίγραμμα της ολοκλήρωσης της ζωής.
    Έχοντας βάλει σκοπό μας την καταστροφή του Παρθενώνος, μ’ απώτερο σκοπό την παράδοσή του στην ουσιαστική αιωνιότητα, που δεν είναι παρά η χωρίς επίγνωση ροή κι η πλούσια σε πιθανότητες αυτόματη μετασκευή της ύλης, που κακώς ονομάζουμε ‘χαμό’.
    Αντιπαθώντας τη χρονική και ιστορική κατοχύρωση της Ακρόπολης, σαν κάτι ανήκουστο και ξένο προς τη ζωή.
    Νιώθοντας απαραίτητη την ανάγκη της αιωνιότητας στην τέχνη, μόνο κατά τη διάρκεια της ώρας της δημιουργίας.
    Καταλαβαίνοντας τον Φειδία, που έδωσε μεν στο έργο χρονοϊστορική υπόσταση, χωρίς όμως να είναι τίποτα παραπάνω στα πλαίσια της υποστασιακής αιωνιότητας, για την οποία δεν υπάρχει χρονική διάρκεια και που γι’ αυτήν ένα δευτερόλεπτο δεν έχει διαφορά από τρία δισεκατομμύρια αιώνες, χάρη στις βουλητικές της ιδιότητες και στη δυναμική της χροιά, που μόνο στ’ άτομα νοούνται και κανέναν δε νοιάζει ο αριθμός των ατόμων αυτών.
    Μισώντας τον Εθνικό Τουρισμό και τις εφιαλτικές- φολκλόρ αρθρογραφίες γι’ αυτόν.
    Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους.

    ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

    Να θέσουμε ως σκοπό μας την ανατίναξη αρχαίων μνημείων και την προπαγάνδα κατά αυτών.
    Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη του Παρθενώνα, που μας έχει κυριολεκτικά πνίξει.
    Η προκήρυξη αυτή δεν αποσκοπεί παρά να δώσει ένα μέτρο απ’ το σκοπό μας.

    Γιώργος Βασιλείου Μακρής,
    Γενικός Διοργανωτής της ΣΑΣΑ
    (Σύνδεσμος Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων).

    [ από το βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη "Οι δικοί μας Άγιοι" -Χάος και Κουλτούρα, 1998 ]
    .

    4/5/09

    adios companyero...



    Ψυχανεμίστηκα άπειρες φορές στα σοκάκια της Βαρκελώνης, άλλοτε με ένα βιβλίο στο χέρι και άλλοτε με μια φωτογραφία. Ψάχνοντας, εβδομήντα χρόνια μετά, μέρη όπου διαδραματίστηκαν γεγονότα. Υπήρξαν φορές όπου αντί για χάρτη ακολούθησα τις διαδρομές κάποιας αφήγησης, με το νου μου αναπαράστησα ενέργειες, γύρισα πίσω στο χρόνο, μπήκα αυθαίρετα στη θέση των ηρώων, φαντασιώθηκα πλοκές και συνέχειες, ανακάλυψα κάποια από τα πραγματικά σκηνικά της δράσης...

    Με τα χρόνια οι περιπλανήσεις αυτές έγιναν έξη και συνεχίζω να μεταφέρομαι φανταστικά στη Μπάρνα (μπορείς να ερωτευτείς τελικά μια πόλη;) ακολουθώντας και μυθιστορηματικά μονοπάτια, καβαλώντας π.χ. «το ποδήλατο του Λεονάρντο», ψάχνοντας την «αλήθεια για την υπόθεση Σαβόλτα», τρώγοντας και συζητώντας με τον Πέπε Καρβάλιο και τον Μονταλμπάν...

    Δεν ξέρω πως θα ονόμαζαν τη φαντασιοκοπία μου αυτή ψυχαναλυτές και ψυχοτέτοιοι, εγώ πάντως την βάφτισα «βιωματική ανάγνωση της ιστορίας». Γιατί πράγματι έχει μεγάλη σημασία να ψυχανεμίζεσαι στο επίκεντρο του βιβλίου που διαβάζεις και οι περιγραφές του να αποκτούν υπόσταση. Τότε η ιστορία χαράσσεται μέσα σου και την οικειοποιείσαι με έναν πιο βαθύ και εσωτερικό τρόπο.

    Ψυχανεμίστηκα άπειρες φορές λοιπόν στα σοκάκια της Βαρκελώνης και θα συνεχίσω να το κάνω σε κάθε ευκαιρία... Πήρα βιβλία και ταινίες, κράτησα σημειώσεις, τράβηξα φωτογραφίες και βίντεο, ρώτησα, συζήτησα με ανθρώπους, προσπάθησα να καταλάβω... Σκέφτηκα να φτιάξω κάτι σα ντοκιμαντέρ, βρήκα όμως χαοτικό και ασύνδετο το υλικό της συλλογής μου, οι αποστάσεις και η γλώσσα επίσης δεν βοηθούν, εν τέλει δεν ασχολήθηκα ποτέ σοβαρά με το σενάριο...

    Ο έρωτας υπήρξε αιτία και αφορμή για την επαφή «με την πόλη των θαυμάτων». Για το μικρόβιο της ιστορικής ανάγνωσης υπήρξε καθοριστική η γνωριμία και η (έμμεση έστω) επαφή με τον «Παππού». Ο πρόσφατος θάνατος του οποίου εκτός από συγκίνηση μου κέντρισε ξανά την ανάγκη για ένα «ταξίδι στο παρελθόν». Στο δικό του, στο δικό μου, στο δικό μας παρελθόν...

    Τους πολιτικούς μας συγγενείς και τους συντρόφους τους διαλέγουμε, γι’ αυτό ίσως και υιοθετήθηκε άμεσα το «Παππούς» που κάποιος μας ξεστόμισε αυθόρμητα για τον Abel Paz. Ήταν καλοκαίρι του 1996 και για πολλούς από εμάς τότε (αν και καλύτερα να μιλάω μόνο για τον εαυτό μου) η ισπανική επανάσταση ήταν ένα ιστορικό γεγονός, οι «Κιχώτες του Ιδανικού» μια υποσημείωση και το αντάρτικο προσωνύμιο «Abel Paz» σχεδόν άγνωστο...

    Είκοσι-και-κάτι χρονών και η εκδήλωση στο Πολυτεχνείο για τα 60 χρόνια από την ισπανική επανάσταση, με πρωταγωνιστή έναν άνθρωπο που την έζησε, μου προκαλεί δέος. Ο ίδιος ο Abel Paz φροντίζει για την προσγείωση και την απομυθοποίηση, για τη σύνδεση με το παρόν, για μια εντελώς ανατρεπτική ανάγνωση της ιστορίας και των υποκειμένων της. Κάποιες ερωτήσεις έχουν επιθετικό ύφος και άστοχα τον βάζουν στη θέση του απολογητή της συμμετοχής αναρχικών στην επαναστατική κυβέρνηση. Γνωρίζω ότι από τότε ο ίδιος ήταν αντίθετος και όμως δεν το επικαλείται. Αντιστρέφει τις ερωτήσεις, σε εγκαλεί να πάρεις θέση πρακτικά και όχι θεωρητικά. Με τα λεγόμενα του αποδεικνύει ότι σχέσεις εξουσίας δημιουργούνται και «από τα κάτω» όταν δηλαδή η παθητικότητα «εξουσιοδοτεί» άλλους να δράσουν εξ ονόματος σου... Τροφή για σκέψη και προβληματισμό αλλά και γροθιά στο στομάχι η κριτική του: «πως μιλάτε για αλληλεγγύη όταν δεν είστε αλληλέγγυοι μεταξύ σας;»...

    Δεκατρία χρόνια μετά και κάπου μπλέκονται οι αναμνήσεις και κυρίως η σειρά των γεγονότων. Σίγουρα όμως ακολουθούν δύο ακόμα εκδηλώσεις που παρακολουθώ και συμμετάσχω, στη Θεσσαλονίκη και στα Ν. Λιόσια, ένα συλλογικό τραπέζι προς τιμήν του Παππού και ένα αξέχαστο απόγευμα στην παιδική χαρά απέναντι από την «Ακακία» στους Αγ. Αναργύρους... Ατελείωτες εξιστορήσεις, με τις ώρες συζητήσεις και εκατοντάδες ερωτήσεις, αλλά και διάβασμα, και έτσι έννοιες όπως «όραμα», «συντροφικότητα», «κοινωνική επανάσταση», «αυτοδιαχείριση» κοκ αποκτούν άλλη βαρύτητα και σημασία... Και το μικρόβιο της ιστορικής ανάγνωσης εκκολάπτεται ήδη...

    Για την ιστορία και για όσους δεν είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν το πραγματικό όνομα του Abel Paz είναι Diego Camacho. Ωστόσο είναι περισσότερο γνωστός με το επαναστατικό του ψευδώνυμο με το οποίο άλλωστε υπέγραψε και τα βιβλία που εξέδωσε. Γεννήθηκε στις 12 Αυγούστου του 1921 στην Almeria ενώ με την οικογένειά του εγκαταστάθηκαν στη Gracia της Βαρκελώνης το 1929. Έξι χρόνια αργότερα και με το που άρχισε να δουλεύει έγινε και μέλος της CNT, ενώ τον Ιούλη του 1936 με το ξέσπασμα της κοινωνικής επανάστασης κατατάσσεται στη “Φάλαγγα Ντουρούτι”. Μαζί με άλλους συντρόφους από την γειτονιά της Gracia ιδρύουν την αναρχική ομάδα «Κιχώτες του Ιδανικού» με κύριο σκοπό την υπεράσπιση των επαναστατικών αρχών της Αναρχίας. Πολεμάει επίσης στο μέτωπο της Αραγωνίας ενώ συμμετέχει και στα γεγονότα της Βαρκελώνης τον Μάη του 1937. Με την πτώση της Καταλωνίας τον Γενάρη του 1939 καταφεύγει εξόριστος στη Γαλλία όπου και κρατείται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Κατόπιν παίρνει μέρος τόσο στο γαλλικό αντάρτικο ενάντια στους ναζί όσο και στην αντιδικτατορική δράση στην Ισπανία –πράγμα που του στοιχίζει αμέτρητες ποινές και φυλακίσεις. Γράφει κυρίως βιωματικά βιβλία ωστόσο μένει στην ιστορία για την συγγραφή της βιογραφίας του Μπουαναβεντούρα Ντουρρούτι. Αμετανόητα αναρχικός “από τα γεννοφάσκια του” όπως του αρέσει να λέει, ανατρεπτικός και καυστικός, μέχρι πρόσφατα συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις και βρίσκεται διαρκώς σε επαφή με αγωνιστές και κινήματα.



    [ συνεχίζεται... ]
    .

    20/2/09

    Πειρατικές Ιστορίες






    Το απόγευμα της 26ης Ιουλίου 1726, ο Γουίλιαμ Φλάι ανέβηκε τα σκαλιά της κρεμάλας στη Βοστόνη. Σε αντίθεση με τους καταδικασμένους συντρόφους του, ο Φλάι δεν είχε δείξει κανένα φόβο μπροστά στη μοίρα που τον περίμενε. Οι μεγάλοι και τρανοί που είχαν μαζευτεί να δουν τον πειρατή να πεθαίνει δεν ένοιωθαν άνετα: ο Φλάι δεν έπαιζε τον πρέποντα ρόλο σ’ αυτό το ηθικολογικό δράμα. Αλλά, καθώς ο Φλάι πλησίασε στην αγχόνη, οι φόβοι τους, προς στιγμή, φάνηκαν αβάσιμοι. Ο Φλάι με έντονα τα σημάδια της αναστάτωσης, έδειχνε το βρόχο και φώναζε στο δήμιο. Αυτό μάλιστα. Ο Φλάι επιθεώρησε το σχοινί και το βρόγχο που σύντομα θα του περνούσαν γύρω απ’ το λαιμό του και με πραγματική οδύνη τα έβαλε με τον εκτελεστή του, τον οποίο κατηγόρησε ότι «δεν ήξερε γρι τη δουλειά του». Ευτυχώς για τον ερασιτέχνη δήμιο, ο Φλάι ήταν ναυτικός που ήξερε από κόμπους και προσφέρθηκε να μάθει στον υπάλληλο του δικαστηρίου πώς να φτιάξει σωστά τη θηλιά. Μετά, προς έκπληξη του πλήθους, ο Φλάι ξανάδεσε το βρόχο και όταν έδειξε ικανοποιημένος απ’ τη δουλειά του πληροφόρησε το πλήθος πως δεν φοβόταν το θάνατο, γιατί δεν είχε αδικήσει ποτέ του κανένα και γιατί ήταν λεβέντης.

    Όταν έφτασε η στιγμή ν’ απευθύνουν οι φυλακισμένοι τις τελευταίες τους λέξεις στο πλήθος, οι τρεις συνάδελφοι του Φλάι έπαιξαν το ρόλο τους: οι καταδικασμένοι έπρεπε να συμπεριφερθούν σαν ηθικολογικά πρότυπα για την εκπαίδευση του πόπολου. Η άγραφη συμφωνία ήταν πως αν οι φυλακισμένοι καταδίκαζαν το οινόπνευμα και την έκλυτη ζωή, παραδέχονταν τα εγκλήματά τους, εξυμνούσαν την εκκλησία, τα δικαστήρια και τον βασιλιά, τότε υπήρχε μια μικρή πιθανότητα για αναστολή της τελευταίας στιγμής. Όταν όμως ήρθε η σειρά του, ο Φλάι δεν πήγε με τα νερά τους: καμιά έκκληση για χάρη, καμιά καλή κουβέντα για την αυλή ή το θεό ή το βασιλιά. Τουναντίον, το πλήθος, στο οποίο συνωστίζονταν ναυτικοί και αξιωματικοί, άκουσε την προειδοποίηση, «όλοι οι πλοίαρχοι να θυμούνται την τύχη του καπετάνιου που είχε σκοτώσει και να πληρώνουν τους ναυτικούς στην ώρα τους και να τους φέρονται καλύτερα, γιατί η βαρβαρότητα τους ήταν αυτή που έσπρωξε τόσους στην πειρατεία».

    Σαν παιδί, μεγάλωσα γοητευμένος από τους πειρατές. Πάμπολλα βροχερά Σαββατιάτικα και Κυριακάτικα απογεύματα έγιναν υποφερτά με την υπόσχεση μιας πειρατικής ταινίας του Μπάζιλ Ράθμπον ή του Ερολ Φλυν. Τα γουέστερν με άφηναν τελείως αδιάφορο (τουλάχιστον μέχρις ότου ανακάλυψα, πολύ αργότερα, το Σέρτζιο Λεόνε). Αλλά οι πειρατές με είχαν συνεπάρει. Κι όχι μόνο στον κινηματογράφο: Η Νήσος του Θησαυρού και ο Ροβινσώνας Κρούσος ήταν από τα πρώτα βιβλία που με έκαναν ν’ αγαπήσω το διάβασμα. Καθώς μεγάλωνα όμως, μου ήταν όλο και πιο δύσκολο να διαβάζω για τους παλιούς μου ήρωες, καθώς οι ιστορικοί επέμεναν να μου λένε ότι οι πειρατές δεν ήταν τίποτε άλλο από κτήνη και οι αρχηγοί τους αιματοβαμμένοι ψυχοπαθείς, που όντας ένοχοι για κάθε είδους βίαιο έγκλημα ήταν άξιοι της τύχης τους.

    Ο Μάρκους Ρέντικερ είναι κι αυτός φίλος των πειρατών, αλλά είναι επίσης και ιστορικός του Ατλαντικού του18ου αιώνα. Το βιβλίο του «Κακούργοι όλων των λαών» δείχνει ότι η «ιστορία», όπως μας την πλασάρουν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επανάληψη της προπαγάνδας της άρχουσας τάξης του 18ου αιώνα κατά τη διάρκεια του πολέμου εξόντωσης ενάντια στην τελευταία και πιο ένδοξη πειρατική αδελφότητα, της εποχής που αποκαλεί τον Χρυσού Αιώνα της Πειρατείας. Ο Μάρκους αποκαθιστά τη φήμη των παιδικών μου ηρώων: Του Κάλικο Τζακ Ράκμαν, του Μαυρογένη, το μαύρου Μπαρτ Ρόμπερτς, της Μαίρη Ριντ και της Αν Μπόνυ – οι οποίοι, σε μόλις δέκα χρόνια, από το 1716 ως το 1726, τάραξαν τη νεοσύστατη Βρετανική Αυτοκρατορία ως τα αιματοβαμμένα μύχια της – και παρουσιάζει την πραγματική ιστορία που επισκιάζει όλες τις ιστορίες του Χόλλυγουντ.

    Πειρατές υπάρχουν από τότε που υπάρχουν θαλάσσιοι εμπορικοί δρόμοι. Οι αρχαίοι Ελληνες θεωρούσαν την πειρατεία σα μια βάσιμη επιλογή για τους εμπόρους που αντιμετώπιζαν δυσκολίες και δεν προσέδιδαν στον όρο κανένα ηθικό βάρος. Οι Ρωμαίοι, εν τούτοις, χρησιμοποιούσαν τον όρο «πειρατεία» με λίγο πολύ τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιούσαν τον όρο βάρβαρος στη ξηρά. Πειρατής ήταν οποιοσδήποτε βρισκόταν στη «Ρωμαϊκή θάλασσα» και δεν ήταν Ρωμαίος. Η αποφασιστικότητα τους να κυριαρχήσουν και να ελέγξουν τον κόσμο, οδήγησε σε μια πολιτική που θεωρούσε τους πειρατές ως hostes humani generic, κοινούς εχθρούς της ανθρωπότητας, κάτι που οι κυρίαρχοι της μετέπειτα αναδυόμενης Βρετανικής Αυτοκρατορίας θα χρησιμοποιούσαν για να δικαιολογήσουν την εκστρατεία εξόντωσης των πειρατών του Ατλαντικού.

    Η Βρετανική εμπειρία στην πειρατεία ξεκίνησε σαν κλάδος της ημιεπίσημης κυβερνητικής πολιτικής. Οντας σε διαρκή πόλεμο ενάντια στις πανίσχυρες καθολικές αυτοκρατορίες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, η προτεσταντική Αγγλία παρείχε εξουσιοδότηση σε ιδιώτες τυχοδιώκτες να εξερευνούν, να συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες και να στήνουν καρτέρι στα εχθρικά εμπορικά πλοία καθώς αυτά έπλεαν πίσω στην Ευρώπη γεμάτα ασήμι και χρυσάφι από τα ισπανικά και πορτογαλικά Αμερικανικά εδάφη. Ο Ντρέηκ, ο Γκρένβιλ, ο Ράλυ και ο Μόργκαν μπήκαν στην ιστορία και στο θρύλο καθώς έκοψαν στην Αγγλία μερίδιο στο Νέο Κόσμο, πέρα από τον έλεγχο των «Δον».

    Το τέλος του πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής έφερε και το τέλος της χρησιμότητας αυτών των κουρσάρων. Η Βρετανία είχε αποκτήσει το assiento, το δικαίωμα να εισάγει σκλάβους στις Ισπανικές αποικίες. Ετσι ξεκίνησε το εμπόριο το οποίο θα έδινε την ώθηση και το κεφάλαιο που χρειαζόταν η βιομηχανική επανάσταση. Όπως θα σημείωνε αργότερα ο Καρλ Μαρξ, ο καπιταλισμός γεννήθηκε μέσα στο αίμα και τη βρώμα: το πέρασμα, από την Αφρικανική ακτή στα σκλαβοπάζαρα της Αβάνας και της Βιρτζίνια, οδήγησε στην αιματοβαμμένη γέννα μιας κτηνώδους εποχής.



    Το τέλος του πολέμου δημιούργησε συνθήκες γρήγορου πλουτισμού για τους εμπόρους του Λονδίνο και του Μπρίστολ. Η απελευθέρωση του δουλεμπορίου και η αποστράτευση χιλιάδων ναυτών σήμαιναν ότι παρά την τεράστια επέκταση του το θαλάσσιο εμπόριο δεν μπορούσε να εξαντλήσει το πλεόνασμα εργατικών χεριών. Αυτό σήμαινε ότι οι εργοδότες, στην αναζήτηση ολοένα και μεγαλύτερων κερδών, μπορούσαν να συμπιέζουν τους μισθούς και να χειροτερεύουν τις συνθήκες της ζωής εν πλω σε αβάσταχτα επίπεδα. Η ζωή στα καράβια δεν ήταν ποτέ εύκολη και ένα πολεμικό πλοίο δεν ήταν ποτέ μέρος για τους αδύναμους, αλλά οι ναυτικοί ήξεραν ότι η ζωή δεν είχε υπάρξει ποτέ χειρότερη. Η κτηνωδία στα δουλεμπορικά δεν περιορίζονταν μόνο στο «εμπόρευμα» - το πλήρωμα αντιμετώπιζε θνησιμότητα της τάξης του 30% ή παραπάνω σε κάθε ταξίδι. Η αντιμετώπιση του πληρώματος από τον καπετάνιο αντανακλούσε το απλό γεγονός ότι κάθε απώλεια σκλάβου ήταν απώλεια πιθανού κέρδους, ενώ κάθε απώλεια ναυτικού σήμαινε οικονομία στους μισθούς. Πέρα από την διαρκή απειλή του πνιγμού, οι ναυτικοί αντιμετώπιζαν αρρώστιες, κατάσταση που επιδεινώνονταν από την κακή διατροφή και την έλλειψη κάθε υγιεινής και τη διαρκή απειλή χρήσης βίας ανάλογα με τα κέφια των πλοιάρχων, που κυβερνούσαν τα πλοία σαν θεοί, δικαστές, ένορκοι και συχνά εκτελεστές. Η ζωή του ναυτικού ήταν δεινή, κτηνώδης, σύντομη και άθλια.

    Ακριβώς όπως ο καπιταλισμός σε όλη του τη κτηνωδία γεννήθηκε από αυτό το βρωμερό εμπόριο, έτσι και οι ναυτικοί ήταν οι πρώτοι που αντιστάθηκαν στις συνέπειες του. Παύσεις εργασίας, επιβραδύνσεις, σαμποτάζ και απεργίες χρησιμοποιήθηκαν από τους ναυτικούς στη διάρκεια του ταξικού τους πολέμου ενάντια στους πλοιάρχους και τους καπετάνιους.

    Αυτές οι συνθήκες οδήγησαν πολλούς να βρουν την εναλλακτική λύση της εξέγερσης και της ανταρσίας και η πειρατεία έγινε μια ελκυστική επιλογή. Για τους άντρες που αντιμετώπιζαν την απειλή του θανάτου και του ακρωτηριασμού σε καθημερινή βάση, η βεβαιότητα της συνάντησης με την αγχόνη του δήμιου δεν ήταν ιδιαίτερα αποτρεπτική. Ο πειρατής γελούσε κατάφατσα στο Θάνατο και διάλεγε μια σύντομη αλλά και εύθυμη ζωή.

    Οι ναυτικοί που έγιναν πειρατές δεν το έκαναν μόνο εξαιτίας των μαρτυρίων που υπέφεραν – από τους δεκάδες χιλιάδες ναυτικούς που δούλεψαν στο εμπόριο του Ατλαντικού, μόνο μια μειοψηφία (όχι μεγαλύτερη από 4,000) στράφηκε στην πειρατεία – αλλά και για το όραμα της ελευθερίας που η ζωή του πειρατή παρείχε.

    Κάθε ανταρσία ακολουθούσε παρεμφερές μοτίβο: μόλις κατέβαλαν τους αξιωματικούς του πλοίου και τους νομιμόφρονες ναύτες, οι εξεγερμένοι οργάνωναν συνέλευση όλου του πληρώματος. Στη διάρκεια της συνέτασσαν τα Άρθρα, τους κανόνες του πλοίου και εξέλεγαν τους αξιωματικούς. Τα Άρθρα ακολουθούσαν ορισμένους κοινούς κανόνες:

    - Φροντίδα σ’ όσους θα τραυματίζονταν εν πλω ή στη μάχη (μια από τις πιο τολμηρές ενέργειες του περιβόητου πειρατή Εντουαρντ Τίτς, γνωστού και ως Μαυρογένη, ήταν ο αποκλεισμός του Λιμανιού του Τσάρλεστον: όχι όπως θα περίμενε κανένας για ποτό ή για χρυσάφι αλλά για να βρει φάρμακα για τα άρρωστα μέλη του πληρώματός του).

    - Περιορισμός της εξουσίας των εκλεγμένων αξιωματικών: ο καπετάνιος είχε τον έλεγχο του σκάφους μόνο στη διάρκεια καταιγίδας ή στη μάχη. Οποτεδήποτε άλλοτε η εξουσία βρίσκονταν στα χέρια του συμβουλίου του πλοίου, το οποίο αποτελούσαν όλοι οι παλιοί πειρατές – οι νεοσύλλεκτοι δεν συμμετείχαν μέχρι ν’ αποδείξουν την αξία τους – συνήθως στη μάχη.

    Όταν οι πειρατές χτύπαγαν ένα εμπορικό πλοίο η πρώτη τους ενέργεια ήταν να υψώσουν τον Τζόλυ Ρότζερ, την πειρατική σημαία. Μ’ αυτήν ξεκινούσε η ψυχολογική επίθεση, ενημερώνοντας τους ναυτικούς ότι κάθε αντίσταση σήμαινε θάνατο. Ήταν τόσο συχνό το φαινόμενο καπετάνιοι να μη μπορούν να προβάλουν αντίσταση επειδή τα πληρώματά τους, απλά σταύρωναν τα χέρια που το Κοινοβούλιο αποφάσισε ότι η άρνηση αντίστασης στους πειρατές ήταν έγκλημα τιμωρητέο με θάνατο. Παρά τη φήμη τους, οι ίδιοι οι πειρατές προτιμούσαν να αποφύγουν με κάθε τρόπο τη μάχη και η πιθανότητα να καταλάβουν ένα πλοίο καθαρά ήταν πολύ προτιμότερη.

    Μόλις πατούσαν στο κατάστρωμα, οι πειρατές συγκέντρωναν το πλήρωμα του σκάφους κι έφερναν μπροστά τους τους αξιωματικούς. Τα μέλη του πληρώματος καλούνταν να μιλήσουν υπέρ ή κατά του καπετάνιου και του επιτελείου του: η μαρτυρία τους θα καθόριζε την τύχη του καπετάνιου και του πλοίου. Καλοί ή συμπονετικοί καπετάνιοι όχι μόνο έμεναν ζωντανοί μετά το τέλος της πειρατικής επίθεσης αλλά πολύ συχνά διατηρούσαν και τη διακυβέρνηση του πλοίου με το περισσότερο εμπόρευμα άθικτο, εκτός βέβαια από κάθε ίχνος οινοπνεύματος, νωπών τροφίμων, χρυσού και ασημιού.

    Ένας κακός ή βίαιος καπετάνιος όμως θα πρέπει να ήταν πολύ τυχερός για να γλιτώσει τη ζωή του, ενώ οτιδήποτε οι πειρατές δεν μπορούσαν να πάρουν ή να χρησιμοποιήσουν το έκαιγαν μαζί με το σκάφος.

    Η τελευταία ενέργεια πριν την αναχώρηση των πειρατών ήταν η έκκληση για εθελοντές. Σπάνια υπήρχε πλοίο στο οποίο να μη βρίσκονταν ένας ή περισσότεροι πιθανοί πειρατές.

    Ο σκοπός κάθε πειρατή ήταν μια σύντομη, πλην όμως εύθυμη, ζωή, και οι πειρατές αναζητούσαν κάθε παρηγοριά όποτε μπορούσαν. Το κυνήγι οινοπνεύματος ήταν διαρκές. Παρόλο που τα εμπορικά και τα πολεμικά πλοία δε φημίζονταν για την νηφαλιότητα τους– τα πλοία του Νέλσωνα περιγράφονταν σαν άσυλα χρόνιων αλκοολικών – η όρεξη των πειρατών για οινόπνευμα κατά καιρούς τους δημιουργούσε μεγάλους μπελάδες. Δεν ήταν λίγα τα πλοία που τσακίστηκαν σε ύφαλους ή αιχμαλωτίστηκαν επειδή το πλήρωμα ήταν τόσο πιωμένο που δεν μπορούσε να κουμαντάρει το πλοίο ή να πολεμήσει.

    Οι κουρσάροι του 17ου αιώνα είχαν ακολουθήσει την πρακτική του matelotage (ματελοτάζ) – μια σχέση κοινής ιδιοκτησίας και ευθύνης ανάμεσα σε δύο άνδρες – και οι πειρατές συνέχισαν αυτή τη φιλελεύθερη στάση απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Στο Βασιλικό Ναυτικό της εποχής, για το οποίο είχε γραφεί ότι διοικείται από το « Ρούμι, το Σοδομισμό και το Μαστίγιο», η ομοφυλοφιλία ήταν τιμωρητέα με θάνατο. Σ’ ένα πειρατικό σκάφος η αγάπη ήταν αποδεκτή οπουδήποτε μπορούσε να βρεθεί.

    Οι γυναίκες έπαιξαν έναν απειροελάχιστο ρόλο σ’ αυτόν τον εξαιρετικά ανδροπρεπή κόσμο, αλλά ο Ράντικερ, που διηγείται την ιστορία των διάσημων γυναικών πειρατών, της Αν Μπόνυ και της Μαίρη Ριντ, αμφισβητεί την άποψη των αστών ιστορικών ότι οι γυναίκες ήταν μόνο θύματα ή πόρνες. Αποδεικνύει ότι, τουλάχιστον σ’ ένα πλοίο, η «κακοποίηση γυναικών χωρίς τη συγκατάθεσή τους» απαγορεύονταν από το Άρθρα και τιμωρούνταν με θάνατο.

    Παρόλο που πολλοί πειρατές είχαν υπηρετήσει στο πέρασμα του Ατλαντικού και κατά συνέπεια είχαν συμμετάσχει στο δουλεμπόριο, οι πειρατές επεδείκνυαν αξιοπρόσεκτα ελάχιστη από τη φυλετική προκατάληψη η οποία αναπτύσσονταν εκείνη την εποχή για να δικαιολογήσει το δουλεμπόριο. Παρόλο που πειρατές άρπαζαν και μεταπουλούσαν φορτία δούλων, μαύροι πρώην δούλοι αποτελούσαν σημαντικό μέρος των πειρατικών πληρωμάτων (πάνω από 40% του πληρώματος του Μαυρογένη ήταν μαύροι). Οι πειρατές συχνά αυτοαποκαλούνταν maroons, αντιγράφοντας το όνομα που χρησιμοποιούσαν οι ομάδες δραπετών δούλων της Τζαμάϊκα . Σε μια περίπτωση, αναφέρει ο Μάρκους, πειρατές ξανάδωσαν τον έλεγχο ενός δουλεμπορικού στον καπετάνιο του, αφού πρώτα έσπασαν όλες τις αλυσίδες και μοίρασαν στους δούλους μαχαίρια. Προφανώς το ότι ο καπετάνιος και το «φορτίο» του θα μπορούσαν να συζητήσουν την αντίστοιχη κατάσταση τους σε μια πιο ισότιμη βάση θα ικανοποίησε το αίσθημα δικαιοσύνης των πειρατών.

    Εν τέλει, η απειλή στα κέρδη του δουλεμπορίου που αντιπροσώπευαν οι πειρατές ήταν αυτή που καθόρισε την τύχη τους. Οι ακτές τόσο της Αφρικής όσο και της Αμερικής κατακλύστηκαν από πολεμικά πλοία. Οι πειρατές κυνηγήθηκαν και κρεμάστηκαν κατά δεκάδες. Οι ίδιοι οι πειρατές αντέδρασαν στην κρατική τρομοκρατία με τη δική τους τρομοκρατία. Έμποροι κάηκαν, πόλεις που κρέμασαν πειρατές γνώρισαν τον αποκλεισμό. Οι πειρατές αρνήθηκαν να παραδοθούν και ορκίστηκαν να τιναχτούν με τα πλοία τους παρά να αφεθούν να συλληφθούν. Αλλά η ώρα τους είχε φτάσει και οι φθίνουσες συμμορίες πειρατών είτε σκόρπισαν είτε σκοτώθηκαν πολεμώντας ή στο ικρίωμα.

    Οι πειρατές αυτοί, αντιμέτωποι μ’ ένα κόσμο γεμάτο φρίκη και κτηνωδία, εξεγέρθηκαν κι αμφισβήτησαν τις συμβάσεις για τις τάξεις, τη φυλή και το φύλο. Γελώντας στα μούτρα της εξουσίας όπως είχαν γελάσει στα μούτρα του θανάτου, με την εξέγερσή τους δημιούργησαν μια εναλλακτική στη βλοσυρή υποκρισία των νοικοκύρηδων, η οποία συνεχίζει να δίνει ελπίδα και να εμπνέει τριακόσια χρόνια αργότερα.



    [ Π² ]

    Λιμπερτάτια





    Η Λιμπερτάτια (γνωστή επίσης κι ως Λιμπερτάλια) λέγεται ότι ήταν μια ελεύθερη αποικία που δημιουργήθηκε από πειρατές υπό τον Καπετάνιο Τζέημς Μισσόν, στα τέλη του 17ου αιώνα. Το αν πράγματι υπήρξε η Λιμπερτάτια ή όχι αμφισβητείται. Η ύπαρξη της περιγράφεται στο βιβλίο, Γενική Ιστορία των Πυρατών, του Καπετάνιου Τσαρλς Τζόνσον, ενός κατά τ’ άλλα άγνωστου προσώπου που μπορεί να ήταν απλά ένα ψευδώνυμο του Ντάνιελ Ντεφόε. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι ένα μίγμα πραγματικότητας και μυθοπλασίας και είναι πιθανόν όλη η αφήγηση σχετικά με την Λιμπερτάτια να είναι καθ ολοκληρία κατασκευασμένη.

    Η Λιμπερτάτια λέγεται ότι αποτελούνταν από μια περιοχή στη βόρεια Μαδαγασκάρη και ότι διάρκεσε για περίπου είκοσι πέντε χρόνια. Η ακριβής τοποθεσία της παραμένει άγνωστη, εν τούτοις, οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ότι εκτείνονταν από τον Κόλπο του Αντονγκιλ μέχρι το Μανανζάρυ, συμπεριλαμβανομένων του Φουλπουέν και της Νήσου της Αγιας Μαρίας. Ο Τόμας Τιού, ο Προβηγκιανού Μισσόν και ένα Ιταλός Δομινικανός ιερέας ονόματι Καρατσιόλι συμμετείχαν στην ίδρυσή της.

    Το σύνθημα της πειρατικής αυτής ουτοπίας ήταν « Για το Θεό και την ελευθερία» και η σημαία της ήταν λευκή, σε αντίθεση με τον Τζόλυ Ρότζερ. Ηταν αναρχικοί, που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στα κράτη και τους νομοθέτες, που χτύπαγαν πλοία, χαρίζοντας τη ζωή στους φυλακισμένους και ελευθερώνοντας τους σκλάβους. Αυτό αποκαλούνταν Λίμπερι, και ζούσαν κάτω από κοινοτική εξουσία, ενα είδος πειρατικής εργατικής κολλεκτίβας. Είχαν πειρατικά άρθρα (κοινούς κώδικες συμπεριφοράς) και χρησιμοποιούσαν ένα εκλογικό σύστημα ανακλητών αντιπροσώπων.

    Ο Μισσόν ήταν Γάλλος, που είχε γεννηθεί στην Προβηγκία. Στο διάστημα που βρέθηκε στη Ρώμη, με άδεια από το Γαλλικό πολεμικό πλοίο Νίκη, απαρνήθηκε την πίστη του, αηδιασμένος από την παρακμή της Παπικής Αυλής. Στη Ρώμη συναντήθηκε τυχαία με τον Καρατσιόλι – έναν « ασελγή ιερέα» που στη διάρκεια μακρόχρονων ταξιδιών, με το λόγο και μόνο, κατάφερε σταδιακά να προσηλυτίσει τον Μισσόν κι ένα μεγάλο μέρος του πληρώματος του στον τρόπο σκέψης του.

    ….Όλοι οι Άνθρωποι έχουν γεννηθεί ελεύθεροι, κι έχουν τα ίδια δικαιώματα σε όσα χρειάζονται για να ζήσουν όσο και στον Αέρα που αναπνέουν…. η τεράστια Διαφορά μεταξύ των Ανθρώπων που ζουν στα πλούτη κι αυτών που ζουν στην μεγαλύτερη Ανέχεια, οφείλεται μόνο στη Φιλαργυρία και τη Φιλοδοξία των μεν και την απαίσια Υποδούλωση των άλλων.

    Το πλήρωμα της Νίκης, αποτελούμενο από 200 άτομα, εξέλεξε τον Μισόν για καπετάνιο και ρίχτηκε στο δρόμο της πειρατείας. Μοιράστηκαν τον πλούτο του πλοίου, αποφασίζοντας πως « τα πάντα πρέπει να είναι κοινά». Όλες οι αποφάσεις παραπέμπονταν στη «Ψήφο όλου του Πληρώματος». Μ’ αυτό τον τρόπο ξεκίνησαν τη νέα τους «Ζωή Ελευθερίας». Στα ανοιχτά της δυτικής ακτής της Αφρικής έπιασαν ένα Ολλανδικό δουλεμπορικό. Οι σκλάβοι απελευθερώθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Νίκη, με τον Μισσόν να δηλώνει ότι «Το εμπόριο ανθρώπων της Φυλής μας, ποτέ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στα μάτια της Θείας Δικαιοσύνης: Κανένας Άνθρωπος δεν έχει Εξουσία πάνω στην Ελευθερία του άλλου» και ότι « δεν είχε απελευθερωθεί από τον τρομερό ζυγό της σκλαβιάς, και δεν είχε αποκτήσει την Ελευθερία του, για να υποδουλώνει άλλους.» Μετά από κάθε σύγκρουση ο αριθμός των πειρατών μεγάλωνε με νέους Γάλλους, Εγγλέζους και Ολλανδούς προσήλυτους και απελεύθερους Αφρικανούς σκλάβους.

    Στη διάρκεια μιας αποστολής στ’ ανοιχτά της Μαδαγασκάρης, ο Μισσόν βρήκε τον τέλειο κόλπο σε μια περιοχή με γόνιμο έδαφος, τρεχούμενο νερό και φιλικούς ιθαγενείς. Εδώ οι πειρατές έχτισαν την Λιμπερτάλια, απαρνούμενοι τους όρους Γάλλοι, Εγγλέζοι, Ολλανδοί και Αφρικανοί και αυτό αποκαλούμενοι Λίμπερι. Δημιούργησαν τη δική τους γλώσσα, μια πολυγλωσσική μίξη Αφρικανικών γλωσσών, συνδυασμένων με στοιχεία από Γαλλικά, Αγγλικά, Ολλανδικά, Πορτογαλικά και της ντόπιας γλώσσας της Μαδαγασκάρης. Λίγο μετά, το Νίκη έπεσε πάνω στον Τόμας Τιού, ο οποίος αποφάσισε να τους ακολουθήσει στην Λιμπερτάλια. Η ιδέα μιας τέτοιας αποικίας, δεν ήταν κάτι νέο για τον Τιού, ο οποίος είχε χάσει το λοστρόμο και 23 μέλη του πληρώματος του, στην προσπάθεια να δημιουργήσουν έναν οικισμό πιο ψηλά στην ακτή της Μαδαγσκάρης. Οι Λίμπερι – «Εχθροί της Δουλείας», σκόπευαν να αυξήσουν τους αριθμούς τους πιάνοντας ένα ακόμα δουλεμπορικό. Στα ανοιχτά της Ανγκόλας, το πλήρωμα του Τιου, σταμάτησε ένα Αγγλικό δουλεμπορικό, με 240 άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα αμπάρια του. Οσοι από τους πειρατές ήταν Αφρικανοί ανακάλυψαν φίλους και συγγενείς, ανάμεσα στους σκλαβωμένους και ενώ τους έλυναν τα δεσμά, τους αποζημίωσαν με ιστορίες για το μεγαλείο της νέας ζωής ελευθερίας.

    Οι πειρατές σταδιακά έγιναν αγρότες, διατηρώντας τη γη από κοινού - «Κανένας φράχτης δεν χώριζε την ιδιοκτησία κάποιου Ανθρώπου» Τα λάφυρα και τα χρήματα από τη θάλασσα μεταφέρονταν στο κοινό Θησαυροφυλάκια, «Το Χρήμα δεν είχε καμία Αξία όταν τα Πάντα είναι κοινά»

    Ο Καπετάνια Γουίλιαμ Κιντ λέγεται πως επισκέφτηκε τη Λιμπερτάλια το 1697 για επισκευές στο πλοίο του και όταν έφυγε το μισό του πλήρωμα είχε αποφασίσει να μείνει πίσω.

    Οι ημερομηνίες της ιστορίας του Τζόνσον έχουν πολλές αντιφάσεις. Η σχέση του με τον Τόμας Τιου, που πέθανε το 1695, τοποθετεί τον θάνατο του Μισσόν γύρω στο 1698, εν τούτοις, φέρεται να συμμετείχε σε κάποια ενέργεια του Γαλλικού Ναυτικύ το 1708.

    Επίσης, ο Τζόνσον αναφέρει το Μισσόν σαν Τζέημς, κάτι που μάλλον αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στην ιστορία.


    [ Π² ]

    18/2/09

    Πειρατικά Άρθρα




    Από τα πιο διάσημα Πειρατικά Άρθρα

    είναι αυτά που έθεσε ο διάσημος Ουαλλός πειρατής Μπαρθόλομιου Ρόμπερτς

    το 1720.




    1. Κάθε άνδρας έχει ψήφο για τα τρέχοντα ζητήματα. έχει ίσο μερίδιο σε νωπές προμήθειες, ή σε δυνατά ποτά, οποτεδήποτε κι αν αυτά κατασχεθούν, και μπορεί να τα χρησιμοποιεί κατά την ευχαρίστηση του, εκτός κι αν η σπανιότητα καταστήσει αναγκαίο, για το κοινό καλό, να ψηφιστεί λιτότητα.

    2. Κάθε άνδρας θα κληθεί να πάρει μέρος ισότιμα στη μοιρασιά των λάφυρων (πέρα και πάνω από το μερίδιο που δικαιούται): αλλά αν υπεξαιρέσει από το πλήρωμα έστω και αξίας ενός δολαρίου ασημικά, κοσμήματα ή χρήματα, η τιμωρία θα είναι να εγκαταλειφθεί σε ερημικό νησί. Αν η κλοπή είναι μόνο από άλλον άνδρα, τότε θα του κόβεται η μύτη και τ’ αυτιά και θα εγκαταλείπεται όχι σε ακατοίκητο μέρος, αλλά κάπου όπου θα είναι σίγουρο πως θ’ αντιμετωπίσει δυσκολίες.

    3. Κανένας δεν θα χαρτοπαίζει ή δεν θα παίζει ζάρια για χρήματα.

    4. Τα φανάρια και τα κεριά θα σβήνουν στις 8 τη νύχτα: αν μετά από αυτή την ώρα κάποιος από το πλήρωμα παραμένει επιρρεπής στο ποτό, θα πρέπει να το κάνει στο κατάστρωμα.

    5. Το ντουφέκι, τα πιστόλια και ο μπαλτάς θα πρέπει να είναι πάντα καθαρά και έτοιμα για χρήση.

    6. Κανένα αγόρι ή γυναίκα δεν επιτρέπεται ανάμεσά τους. Αν κάποιος άνδρας αποπλανήσει άτομο του αντίθετου φύλου, και το πάρει, μεταμφιεσμένο, μαζί του στη θάλασσα , η τιμωρία θα είναι θάνατος.

    7. Η εγκατάλειψη του πλοίου εν ώρα μάχης, τιμωρείται με θάνατο ή εγκατάλειψη.

    8. Κανένας άνδρας να μην χτυπήσει άλλον εν πλω, αλλά όλοι οι διαφωνίες να λύνονται στο έδαφος, με το σπαθί ή το πιστόλι.

    9. Κανένας άνδρας να μη συζητήσει τη διακοπή του τρόπου ζωής του, μέχρι όλοι να μοιράζονται χίλιες λίρες ο καθένας. Αν για να γίνει αυτό, κάποιος άνδρας χάσει ένα άκρο, ή γίνει σακάτης, θα λάβει οκτακόσια δολάρια, από το κοινό ταμείο, και για μικρότερες βλάβες αναλογικά.

    10. Ο καπετάνιος κι ο ναύκληρος να λάβουν δύο μερίδια από τα λάφυρα: ο κυβερνήτης, ο λοστρόμος κι ο οπλονόμος ένα και μισό κι οι άλλοι αξιωματικοί ένα και τέταρτο.

    11. Οι μουσικοί να ξεκουράζονται την Ημέρα του Σαββάτου, αλλά στις υπόλοιπες έξι μέρες και νύχτες ποτέ χωρίς ειδική άδεια.





    [ Π² ]




    .

    Η Μαύρη Σημαία


    .

    (απόσπασμα από το άρθρο Πειρατικές Ουτοπίες: Κάτω από τη σημαία του Θανάτου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Do or Die #8)

    «Γιατί είναι μαύρη η σημαία μας; Το μαύρο είναι το χρώμα της άρνησης. Η μαύρη σημαία είναι η άρνηση κάθε σημαίας. Είναι η άρνηση της εθνότητας η οποία στρέφει το ανθρώπινο γένος ενάντιο στον ίδιο τον εαυτό του και απαρνείται την ενότητα της ανθρωπότητας. Το μαύρο είναι το χρώμα του θυμού και της οργής ενάντια σ’ όλα τα απαίσια εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα που έχουν γίνει στο όνομα της πίστης στο ένα ή στο άλλο κράτος». (1)

    Ολοι ξέρουμε πως οι πειρατές ύψωναν τον Τζόλυ Ρότζερ – τη σημαία με τη νεκροκεφαλή. Η πιο πιθανή προέλευση της λέξης «Τζόλυ Ρότζερ» είναι η Αγγλοποίηση της Γαλλικής Ζολί Ρουζ (Jolie Rouge) – της κόκκινής ή «ματοβαμένης» σημαίας που ύψωναν αρχικά οι πειρατές πριν την πιο γνωστή μαύρη. Η κόκκινη σημαία είναι ευρέως γνωστή ως το διεθνές σύμβολο της προλεταριακής επανάστασης και εξέγερσης και η μαύρη σημαία ιστορικά υπήρξε η σημαία του αναρχικού κινήματος (Ο πιο διάσημος συνδυασμός των δύο αυτών χρωμάτων ήταν οι αναρχοκομμουνιστικές κόκκινες και μαύρες σημαίες της Ισπανικής επανάστασης του 1936.) (2)

    Η παλαιότερη βεβαιωμένη αναφορά σε αναρχικούς που ύψωσαν τη μαύρη σημαία ή που αυτή χρησιμοποιήθηκε σε εξέγερση της εργατικής τάξης είναι όταν, στις 9 Μαρτίου 1883, η διάσημη αναρχική Λουίζ Μισέλ, κρατώντας μια μαύρη σημαία, οδήγησε ένα πλήθος από εξαγριωμένους άνεργους να λεηλατήσουν φούρνους. Πάντως, υπάρχουν αναφορές ότι είχε υψώσει τη σημαία με τη νεκροκεφαλή 12 χρόνια νωρίτερα, το 1871, ενώ οδηγούσε τα γυναικεία τάγματα της εξεγερμένης Παρισινής Κομμούνας. Η Παρισινή Κομμούνα είχε μέχρι και καθημερινή εφημερίδα με τον τίτλο Ο Πειρατής (3)

    Τον Ιούνιο του 1780, όταν, στη διάρκεια των Ταραχών του Γκόρντον, οι πόρτες των φυλακών του Λονδίνου γκρεμίστηκαν και οι φυλακισμένοι απελευθερώθηκαν βρίσκουμε την παρακάτω περιγραφή: « Ενας γιγάντιος άνδρας φάνηκε, που οδηγούσε μια άμαξα κουνώντας μια πελώρια μαύρη και κόκκινη σημαία, σα να ήταν ο σημαιοφόρος ενός εχθρικού στρατού». Το όνομα αυτού του άνδρα ήταν Τζέημς Τζάκσον και οδήγησε τις μάζες στην καταστροφή της κύριας φυλακής του Λονδίνου με την κραυγή «Βίρα για το Νιούγκεϊτ». Δεν θα ήταν τελείως άτοπο να συμπεράνουμε ότι αυτό το «Βίρα» υποδηλώνει ότι ο Τζάκσον ήταν ναυτικός – οι ναυτικοί ανέκαθεν υπήρξαν το πιο μαχητικό κομμάτι της εργατικής τάξης. Αν είναι έτσι, τότε αυτή η μαύρη και κόκκινη σημαία που σηματοδότησε ένα κάλεσμα ελευθερίας στους δρόμους του Λονδίνου μπορεί κάλλιστα να είχε άμεση σχέση με τις μαύρες και κόκκινες σημαίες της Καραϊβικής χρόνια πριν. Στην περίπτωση αυτή, προηγείται σημαντικά της Λουίζ Μισέλ και σχεδόν μας πάει πίσω στην χρυσή εποχή της πειρατείας. (4)

    Η μαύρη και κόκκινη σημαία ξεδιπλώθηκε ξανά στην Καραϊβική το 1791. Μετά από μια τεράστια εξέγερση των δούλων, ένα μέρος του παλιού πειρατικού προπύργιου της Ισπανιόλα μετονομάστηκε σε «Αϊτή», όνομα των ιθαγενών Αμερικάνων, και έγινε η πρώτη ανεξάρτητη μαύρη δημοκρατία. Υπό την καθοδήγηση του Τουσέν Λ’ Ουβερτύρ (Toussaint L’ Ouverture), οι επαναστάτες νίκησαν τις δυνάμεις τριών αυτοκρατοριών προκειμένου να κερδίσουν την ελευθερία τους. Η κόκκινη και μαύρη σημαία της Αϊτής έγινε για τους μαύρους του 18ου και 19ου αιώνα μια σημαία ελευθέριας, ιδιαίτερα για τους ναυτικούς που κατέπλεαν στην Αϊτή, γίνονταν Αϊτιανοί και γύριζαν στις πατρίδες τους κάτω από την μαύρη και κόκκινη σημαία. Αμερικάνοι σκλάβοι που βρίσκονταν πάνω σε πολεμικά ή εμπορικά πλοία το έσκαγαν και ζήταγαν άσυλο στην Αϊτή. (5)

    Από κάποιον Γουίλιαμ Ντέηβιντσον μαθαίνουμε πως «σε μια διαδήλωση υπερασπίστηκε την μαύρη σημαία με τη νεκροκεφαλή, «Ας πεθανουμε σαν Ανδρες παρά να πουληθούμε σαν Σκλάβοι» έγραφε η σημαία.»» Ο Ντέηβιντσον ήταν ένας μαύρος που γεννήθηκε το 1786 και εκτελέστηκε το 1820. Γεννήθηκε στο Κίνγκστον της Τζαμάϊκα, στην αλλοτινή «πιο απαίσια πόλη στη Γη» και διαβόητη πρωτεύουσα των πειρατών. Πέρασε 3 χρόνια στη θάλασσα, ήταν συνδικαλιστής, διάβαζε Τομ Πέην και ίσως να διατηρούσε κάποια επαφή με τον Τουσέν Λ’ Ουβερτύρ και την επανάσταση στην Αϊτή. Εκτελέστηκε την 1η Μαίου του 1820 μαζί με άλλους για τη συμμετοχή του στη «Συνωμοσία της Οδού Κάτωνος» με σκοπό τη δολοφονία ολόκληρου του υπουργικού συμβουλίου την ώρα που αυτό θα γευμάτιζε. Σκοπός της ενέργειας αυτής ήταν να προκαλέσει επιθέσεις στο Μάνορ Χάουζ και στην Τράπεζα της Αγγλίας και να δώσει το έναυσμα για την επανάσταση στη Βρετανία


    (1): Howard J. Ehrlich - Reinventing Anarchy, Again (Edinburgh, AK Press, 1996), σ. 31

    (2): Cordingly - Life Among the Pirates, σ 2, 138-143: "Οι κόκκινες ή ματοβαμένες σημαίες αναφέρονται το ίδιο συχνά με τις μαύρες μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα"; ο.π. 2, p. 22; Platt and Chambers - Pirate, σ. 35

    (3). Woodcock - Anarchism: A History of Libertarian Ideas and Movements (London, Penguin, 1963), p. 284; Jason Wehling - 'History of the Black Flag: Why Anarchists fly it. What are its origins?', in Fifth Estate (Vol. 32, #1, Summer 1997), p. 31; Le Pirate: Journal Quotidien #1-4 (1871) στη συλλογή Κομμούνας του Πανεπιστημίου του Σάσεξ – συνέχεια του Le Corsaire.

    (4). John Nicholson - The Great Liberty Riot of 1780 (London, Bozo, 1985), pp. 44-46

    (5). Bolster - Black Jacks, pp. 152-3


    [ Π² ]

    11/11/08

    Rosa Del Foc #1

    .
    .
    δύο παραπομπές με αφορμή ένα ψευδώνυμο:
    Rosa Del Foc – στα Καταλανικά – σημαίνει «τριαντάφυλλο της φωτιάς»
    ή – επί του ποιητικότερου - «πυρακτωμένο ρόδο»...

    Παραπομπή #1:

    LA CIUTAT DE LES BOMBES
    ( η πόλη των βομβών )



    Στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η Βαρκελώνη θα γίνει γνωστή ως «η Πόλη των βομβών». Το φαντασιακό όνομα, το οποίο η βαρκελωνέζικη μπουρζουαζία ακόμη προσπαθεί να ξεπεράσει, το κέρδισε η πόλη εξαιτίας το συχνών επιθέσεων των αναρχικών ενάντια κάθε λογής στόχων σχετιζόμενων με την πολιτική και στρατιωτική εξουσία, την εκκλησία ή την ολιγαρχία. Καλώς, όμως όσο σκοτεινή και αν μπορεί να φαντάζει η πρακτική του να ρίχνει κανείς βόμβες, όσο αμφισβητήσιμα και αν είναι τα βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα αποτελέσματα- ή για να το πούμε καλύτερα, ξεκινώντας απ’ αυτές τις διαπιστώσεις, πρέπει να έχουμε ξεκάθαρο το ότι ένα τέτοιο πράγμα δεν γίνεται για να γίνει απλά και μόνο.

    Όπως και σε κάθε άλλη εποχή της ιστορίας, ήταν μια εποχή αλλαγών και όπως συμβαίνει και σήμερα, υπήρχαν αυτοί που αναζητούσαν ένα μέλλον πιο ελπιδοφόρο και εκείνοι που έμεναν πιστά προσκολλημένοι στο παρελθόν των προνομιούχων. Πρόκειται για μια εποχή όπου κυριαρχεί η εδραίωση του καπιταλισμού και του συστήματος της βιομηχανικής εργασίας, μαζί με την άνοδο μιας αστικής(εννοεί της πόλης ) εργατικής τάξης, από την οποία στερούταν ο πλούτος και η υλική «καλοπέραση» που αυτή η ίδια δημιουργούσε. Η ιδέα ότι όλοι έπρεπε να έχουν μερίδιο στα προνόμια της προόδου αποτέλεσε απειλή για τη μπουρζουαζία , ενώ η εκκλησία υπερασπιζόταν το στάτους κβο, διακηρύσσοντας την υποταγή σ’ αυτούς που πεινούσαν. Έτσι κι αλλιώς, όταν χρειαζόταν, είχαν τα απαραίτητα στρατιωτικά μέσα για να καταστείλουν οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή εξέγερση.

    « η Βαρκελώνη θα μεταμορφωθεί σε ένα τριαντάφυλλο της φωτιάς με τόσες βόμβες ενάντια στον καπιταλισμό», έλεγαν οι αναρχικοί. Μια απ’ τις πρώτες βόμβες που θα γίνει ιστορία ήταν αυτή του 1893. Ανήμερα της γιορτής της πολιούχου της πόλης (24 Σεπτεμβρίου), ο Πάουλι Παλλάς, φωνάζοντας « Ζήτω ο Αναρχισμός» έριξε μια βόμβα στον στρατηγό Μαρτίνεθ Κάμπος, πρόσωπο κλειδί των στρατιωτικών δυνάμεων, ο οποίος όμως θα βγει άθικτος (προσοχή! σε ένα βιβλίο που διάβασα εγώ λέει ότι τραυματίστηκε). Στην απόπειρα σκοτώθηκε ένας πολιτοφύλακας (γκουάρδια σιβιλ) και ένας περαστικός τραυματίστηκε. Ο Παλλάς εκτελέστηκε. Για να εκδικηθεί το θάνατο του Παλλάς, στις 7 νοεμβρίου, ο Σαντιάγο Σαλβαδόρ, θα ρίξει μια βόμβα ενάντια στην υψηλή αστική τάξη της πόλης, που είχε συνωστιστεί στο Λισέου. Το αποτέλεσμα είναι 20 νεκροί, 27 τραυματίες ενώ μια δεύτερη βόμβα που δεν εξερράγη εκτίθεται σήμερα στο μουσείο ιστορίας της πόλης. Ο Σαλβαδόρ θα εκτελεσθεί ένα χρόνο αργότερα στη γκιλοτίνα.

    Το Corpus (καθολική γιορτή) αποτελούσε σημαντικό κοινωνικό γεγονός για την μπουρζουαζία της βαρκελώνης και γιαυτό, το 1896 θα είναι μεγάλος ο αντίκτυπος μιας ακόμη βόμβας. Η αστυνομία θα συλλάβει τους συνήθεις υπόπτους- δηλαδή καμιά εκατοστή αναρχικούς-, εκτελέστηκαν 5, φυλακίστηκαν 45 και εξορίστηκε ένας μεγάλος αριθμός, όμως ποτέ δε θα βρεθεί ο πραγματικός ένοχος.*

    Μέσα στα επόμενα χρόνια, θα συνεχίσουν να εκρήγνυνται βόμβες στους κεντρικούς δρόμους της πόλης: 3 νεκροί το 1904, 2 νεκροί στη Ράμπλα το 1905, το 1906 θα βρεθεί στη Ράμπλα μια βόμβα που δεν εξερράγη , και δύο χρόνια αργότερα άλλη μια στα ουρητήρια εκεί κοντά. Το γενάρη του 1907 θα εκραγούν δύο ακόμη βόμβες σε κτίρια της Ράμπλα και κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων χρόνων μερικές ακόμη, με ή χωρίς θύματα, σε κεντρικούς δρόμους της πόλης. Η κορύφωση θα επέλθει το 1909, με την καταστολή του επαναστατικού κινήματος, που θα στοιχίσει τη ζωή σε 100 περίπου άτομα, θα έχει ως αποτέλεσμα εκατοντάδες τραυματίες και πάνω από χίλιες συλλήψεις. Θα κατηγορηθεί ο Φρανσέσκ Γκουάρδια Φερρέρ, προοδευτικός δάσκαλος που δεν είχε καμία σχέση με τα συμβάντα, ως αρχηγός της εξέγερσης και θα εκτελεστεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.


    * Σημ.1: αυτά τα τρία συμβάντα είναι αυτά που ξεχωρίζουν για αυτή την περίοδο. Αξιοσημείωτη ήταν και η δίκη των 5 στο Μοντζουίκ.

    * Σημ.2 : Περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον Πάλλας, τη βόμβα στο Λισέου, τον Σαντιάγο Σαλβαδόρ και την «πόλη των βομβών» γενικότερα στα ιστορικά μυθιστορήματα του Εντουάρδο Μεντόθα «η πόλη των θαυμάτων» και «η αλήθεια για την υπόθεση Σαβόλτα», εκδ. Ζαχαρόπουλος.