31/12/11

Σκατάλαντα: έτσι, για γούρι!

[ el caganer* ]


Σε κάθε φάτνη πρέπει να υπάρχει ένας νεογέννητος Χριστούλης, ο Ιωσήφ, η Μαρία, μια αγελάδα, μια φοράδα και από πάνω τους να κρέμεται ένα αγγελάκι, αλλά πάνω από όλα, πάνω από όλα πρέπει να υπάρχει ένας ...χέστης!

Πρέπει να υπάρχουν τριγύρω της δεντράκια και ένα χωριουδάκι, ένα ποταμάκι, βοσκοπούλες και βοσκόπουλα γύρω από μια φωτίτσα, αλλά πάνω απ' όλα, πάνω από όλα πρέπει να υπάρχει ένας ...χέστης!

Σε μια φάτνη πρέπει να υπάρχουν τρεις κοτούλες, ένας σιδεράς, τρεις αδέσποτες κατσίκες, μια γριούλα καστανού και ένας διαβολάκος, αλλά πάνω από όλα, πάνω από όλα πρέπει να υπάρχει ένας ...χέστης!

Πάρτε χαρτόνι και κόψτε έναν τεράστιο ουρανό, προσθέστε και αστεράκια και αν δεν έχετε φωτάκια βάλτε αυτοκόλλητα φωσφορικά αστέρια, αλλά πάνω από όλα, πάνω από όλα πρέπει να υπάρχει ένας ...χέστης!

Πρέπει επίσης να υπάρχουν οι τρεις μάγοι, καβάλα στις καμήλες τους και να φέρουνε τα δώρα, κι έτσι θα περάσουμε όμορφα, αλλά πάνω από όλα πάνω από όλα πρέπει να υπάρχει ένας ...χέστης!

Πρέπει να υπάρχει ένα σκαμνάκι για να κάτσει ο Ιωσήφ, αλλά αν δεν υπάρχει θα κάτσει όρθιος, αλλά μην ξεχνάτε, μην ξεχνάτε ποτέ σε κάθε φάτνη πρέπει πάντα να υπάρχει ένας ...χέστης!



*El caganer στα καταλανικά είναι “ο χέστης” με την κυριολεκτική και ουδέτερη του σημασία, όχι ο δειλός ή φοβητσιάρης αλλά, αυτός που απλώς χέζει. Στην αρχέτυπη φιγούρα του ο caganer, που κοσμεί περήφανα κάθε καταλανική φάτνη, αποτυπώνεται ως γραφικός βοσκός. Στη χριστουγεννιάτικη όμως αγορά σήμερα, ανάμεσα στα διάφορα γιορτινά στολίδια, μπορεί κανείς να βρει πιο σύγχρονες και αναγνωρίσιμες μορφές του: από πολιτικούς, ποδοσφαιριστές και αστέρες του θεάματος μέχρι τον πάπα και τον χίτλερ με κατεβασμένα τα βρακιά να κάνουν τα κακά τους! [κλικ!] Ωστόσο η χριστουγεννιάτικη σκατολογία (που έχει τις ρίζες της σε παγανιστικές και βουκολικές παραδόσεις και χρονολογείται από τον 8ο μ.Χ αιώνα) δεν εξαντλείται στα κουκλάκια του χέστη. Επεκτείνεται ακόμα και μέχρι τη ζαχαροπλαστική όπου παραδοσιακά γλυκά σε σχήμα κουράδας συντροφεύουν το γιορτινό τραπέζι και κούκλες που χέζουν καραμέλες και ζαχαρωτά χαρίζονται αυτές τις μέρες στα παιδάκια! Μα τον Τουτάτη, είναι τρελοί αυτοί οι καταλανοί! Μπερδεύουν την εσχατολογία με τη ...σκατολογία και άθελα τους σκανδαλίζουν την επίσημη εκκλησία και τον κυρίαρχο καθωσπρεπισμό! Ή μήπως όχι και τόσο “άθελα” αφού από τον μεσαίωνα ακόμα αρέσκονται στο να προκαλούν την κεντρική εξουσία που συμβολίζει γι' αυτούς η Μαδρίτη..? Σε επόμενη ανάρτηση θ' ασχοληθώ εκτενέστερα με την σκατοφιλία των καταλανών -και όχι μόνο! Αν το καλοσκεφτούμε δεν υπάρχει τίποτα το σιχαμερό στα έθιμα τους: και το χέσιμο μια καθημερινή ανάγκη είναι και μάλιστα όλοι, ασυνείδητα έστω, κλεφτοκοιτάμε τα κακά μας πριν τραβήξουμε το καζανάκι! Προς το παρόν ας απολαύσουμε ξανά αυτά τα αιρετικά κάλαντα “επιφανών -όχι και τόσο underground δηλ.- καλλιτεχνών” και με κατάνυξη ας ευχηθούμε: σκατά στο νέο έτος!

29/12/11

Μπαίνει κανείς στη φυλακή για μιαν αιτία πάντα

μα μπαίνει και καμιά φορά δίχως να ξέρει γιάντα


"Μία ενημέρωση σχετικά με την υπόθεσή μου
και την εξέλιξή της από τα μέσα. Μία προβολή των κριτηρίων τους,
ως δικαιολογία για την συνέχιση της φυλάκισής μου"

Το γράμμα του Χρήστου Κολεντίνη
από την Α’ Πτέρυγα Φυλακών Κορυδαλλού

26/12/11

[ ρεβεγιόν ]


.

Αν με επισκεπτόσουν, λέει, έτσι ξαφνικά
θα σου άνοιγα την πόρτα δίχως δισταγμό
και μαζί μ' αυτήν την αγκαλιά μου
Ίσως μόνο μια αμήχανη στιγμή και μια συγνώμη
δήθεν “για την ακαταστασία”,
δικαιολογίες δηλαδή του εαυτού 
“δεν σε περίμενα” ή κάποιο τέτοιο ψέλλισμα
κι ακόμα “βολέψου εσύ, πάω να ρίξω κάτι επάνω μου”,
ξέρεις αλλά μην το πεις,
να κρύψω το γυμνό μου χτυποκάρδι

Αν με επισκεπτόσουν, λέει, έτσι ξαφνικά
θα μ' έπιανες στα πράσα να ερωτοτροπώ
με τη νικοτίνη της αναμονής
και την κλεισούρα των γραπτών μου
κι όμως θα σε υποδεχόμουνα με το πιο λαμπρό χαμόγελο
και το πιο μεθυστικό άρωμα μου

Θα σε κέρναγα κουβεντούλα και κρασί
και μετά αν ήθελες ένα φιλί, ένα μασάζ, έναν οργασμό
ή και τα τρία ακόμα κι επί τρία
και για επιδόρπιο γλυκό και μια ταινία

Αν με επισκεπτόσουν έτσι ξαφνικά,
σήμερα όμως,
αύριο θα είναι μια καινούρια μέρα
.

8/12/11

Ο χακί σκοταδισμός ροκανίζει το φιτίλι


μα η έκρηξη θα φέρει συνειδητή ανυποταξία

Η Ολική Άρνηση κόντρα στα αιματοβαμμένα γαλόνια,
η ελευθερία στο απόσπασμα και τα στρατοδικεία

Ο Γεράσιμος Κορωναίος έχει καταδικάσει σε εξορία
από την καθημερινή ζωή και τη δράση του
το ρόλο του στρατού και τη στρατιωτική θητεία

Δουλειά του στρατού είναι ο πόλεμος
και πρώτα απ' όλα πολεμάει τον εσωτερικό εχθρό του

Γι΄ αυτό, όπως σε άλλες εποχές και σε πολυτεχνεία,
καλεί στο εδώλιο όποιον αρνείται να υποταχθεί
και να συνδιαλλαγεί μαζί του


Να καταδικάσουμε κοινωνικά τον δολοφονικό ρόλο
του στρατού και τον ολοκληρωτισμό του,

να συμπαρασταθούμε στον αναρχικό
ολικό αρνητή στράτευσης Γεράσιμο Κορωναίο
την Τρίτη 13 Δεκεμβρίου στο στρατοδικείο Ιωαννίνων

3/12/11

Ο κόκκινος ήλιος ροκανίζει την αράχνη

που παγιδεύεται
στον ίδιο της τον ιστό
και μεταμορφώνεται σε σκέψη
ανέραστη και μετεωρισμένη

Κι εκείνος ο φαύλος,
ο άτοπος και απάνθρωπος

Ο τρόπος, όχι ο χώρος

Ο τρόμος, και όχι ο χρόνος

Αυτός που ενίοτε ανταλλάσσεται,
που αλλάζει κύκλους, τόπους και ανθρώπους
μα δεν αλλάζεται και δεν αλλάζει
ποτέ τον εαυτό του

Κι εκείνη πάλι η γλώσσα
που μπορεί να διαφέρει
από τόπο σε χρόνο
και από χρόνο σε τόπο


και που μόνο εκείνη την αράχνη ενδιαφέρει
η σκέψη που δεν εκφράζεται και παγιδεύεται
στον ίδιο της τον ιστό

20/11/11

Ο ”αντιφασισμός” από μία αναρχική οπτική

Στην Ισπανία η 20 Νοέμβρη είναι η επέτειος του θανάτου του Πρίμο ντε Ριβέρα[1] και του Φράνκο. Κάθε χρόνο οι μοναρχικοί, οι φασίστες και οι νοσταλγοί του Φράνκο οργανώνουν συγκεντρώσεις-μνημόσυνα, ενώ το αντιφασιστικό κίνημα οργανώνει αντιδιαδηλώσεις την ίδια μέρα, κοντά στις φασιστικές συγκεντρώσεις. Το κείμενο των "los incendiadores" είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του στο πρωτότυπο: «Η 20 Νοέμβρη και ο “αντιφασισμός” από μία αναρχική οπτική».
 
Για άλλη μια χρονιά φτάνει η “20 Nοέμβρη”. Μια ημερομηνία που είναι σημαδεμένη από μακάβρια γεγονότα-σταθμούς στην πρόσφατη ιστορία της Ισπανίας. Από το θάνατο του Ντουρούτι (1936), μέχρι το θάνατο του Φράνκο (1975), περνώντας από την εκτέλεση του Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα (1936) και, πιο πρόσφατα, στη δολοφονία του Σαντιάγκο Μπρουάρντ (1984) στα χέρια της GAL[2] και του Χόσου Μουγκουρούζα (1989), που πυροβολήθηκε από δύο φασίστες της οργάνωσης Αυτόνομες βάσεις, ένας εκ των οποίων ήταν ο περιβόητος Ρικάρντο Σάενζ ντε Ινεστρίλιας.
Και για ακόμα μία χρονιά σε ολόκληρη την επικράτεια του ισπανικού κράτους οργανώνονται διαδηλώσεις. Όλο αυτό είναι μία επίδειξη εργατικού φετιχισμού με παρελκόμενα αντιφασιστικής θεματικής, που βγαίνει στους δρόμους των μεγάλων πόλεων του κράτους, σαν να βρισκόμασταν εν μέσω εμφυλίου πολέμου. Μπορεί να υπάρξει κάποια επίθεση της αστυνομίας, ίσως ακόμη και μια φιλονικία με μερικούς νεοναζί. Όμως, όπως κάθε χρόνο, φτάνει η 20 Νοεμβρίου, μετά είναι φυσικό να έρθει η 21η, και μ’ αυτήν το τέλος όλης αυτής της «αντιφασιστικής επίθεσης». Εξαφανίζονται οι διαδηλώσεις, οι σημαίες, οι ομιλίες, εξαφανίζεται μέχρι και το ίδιο «αντιφασιστικό κίνημα» που μπαίνει σε χειμερία νάρκη μέχρι την επόμενη 20η Νοεμβρίου, ή μέχρι κάποιο νεοφασιστικό κομματίδιο κάνει κάποια συμβολική πράξη, ζητώντας από κάποιον, σχεδόν ουρλιάζοντας, να προσπαθήσει να το χτυπήσει για να πάρει στην τηλεόραση το ένα λεπτό της δόξας που του αναλογεί.
Το περίεργο είναι ότι ο «αντιφασιστικό κίνημα» δεν εξαφανίζεται λόγω έλλειψης δυνάμεων. Έχει αποδειχθεί ότι είναι σε θέση να συγκεντρώσει περισσότερους ανθρώπους από ότι η πλειοψηφία των κοινωνικών κινημάτων όταν προκύπτει ανάγκη, όπως έγινε στην περίπτωση της δολοφονίας του Κάρλος Παλομίνο[3], ακριβώς στις παραμονές μιας 20ης Νοεμβρίου, με μία διαδήλωση αρκετά μεγάλη παρά την πίεση της αστυνομίας. Η πραγματικότητα είναι ότι, μετά τις ημερομηνίες αυτές, τα πάντα αραιώνουν και μετατρέπονται σε κάποιες μεμονωμένες οδομαχίες, που δεν διαφέρουν πολύ από αυτές στις οποίες πρωταγωνιστούν τα μέλη διαφορετικών συμμοριών ή ‘φυλών’ των πόλεων. (Φαντάζουν)Εντελώς ίδιες στα μάτια ενός συνηθισμένου εργάτη, που δεν ταυτίζεται με τα κίνητρα του αντιφασισμού.
Και γιατί; Γιατί η εργατική τάξη δε βγαίνει στους δρόμους για να παλέψει ενάντια στο φασισμό; Πολύ πιθανώς επειδή κανένας δεν βλέπει το φασισμό ως απειλή εκτός από το ίδιο το «αντιφασιστικό κίνημα». Δεν είναι εύκολο να πείσουμε κάποιον ότι οι 50 σκίνχεντς οι οποίοι πάνε στις διαδηλώσεις του MSR[4] ή της Democracia Nacional[5] (ο καθένας στη δική του, αλλιώς θα μπερδευτούν…) και παρουσιάζουν ένα θλιβερό θέαμα περιτριγυρισμένοι από τριπλό αστυνομικό κλοιό για την προστασία τους από το…πλήθος που τους λιθοβολεί όπου κι αν πάνε, είναι το οπλισμένο χέρι του δημοκρατικού καπιταλισμού. Δεν είναι εύκολο να πείσουμε κανέναν, γιατί δεν είναι αλήθεια.
Ίσως στο πρώτο τρίτο του εικοστού αιώνα, ο φασισμός να είχε αναλάβει το ρόλο του όπλου της αστικής τάξης εναντίον της ασταμάτητης ανόδου των επαναστατικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη, αλλά αν μεταφέρουμε αυτήν την κατάσταση στις σημερινές συνθήκες, αυτό δεν στέκει. Τουλάχιστον, αν θεωρούμε ότι τα γκρουπούσκουλα των νεοναζί είναι ο πραγματικός φασισμός σήμερα. Το να επιτίθεται κανείς στους νεοναζί πρόκειται απλά για την επιφάνεια του προβλήματος, που δεν είναι άλλο από τον εθνικισμό, την πραγματική ιδεολογία που στηρίζει και νομιμοποιεί το κράτος, και της οποίας, σήμερα ο ναζιστικός φασισμός είναι απλά μια ερμηνεία που έχει φτάσει σε παρανοϊκά άκρα, όπως αυτός ο παράλογος φόβος/μίσος προς τους ξένους (μόνο προς εκείνους που είναι φτωχοί, φυσικά).
Σε αυτό το σημείο, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι η αντιφασιστική τακτική είναι ένα λάθος στην αντίληψη του πραγματικού εχθρού, ο οποίος δε βρίσκεται στα πάρκα με τις ανάποδα ζωγραφισμένες σβάστικες, αλλά κάθεται στις πολυθρόνες του κράτους και των μεγάλων εταιρειών. Θα μπορούσαμε να το συμπεράνουμε, αν η χρήση του διάσημου όρου της «αντιφασιστικής ενότητας» από   ομάδες αμφίβολης επαναστατικότητας δεν μας ήταν γνώριμος.
Δεν θα απαριθμήσουμε ξανά όλους τους αγώνες που τα αυταρχικά αριστερά κόμματα έχουν αδειάσει από το περιεχόμενο τους και, στη συνέχεια, έχουν χειραγωγήσει και καταστρέψει στο όνομα της περίφημης ενότητας. Θα περιοριστούμε στο να μην μπούμε ξανά σ’ αυτό το παιχνίδι. Το γεγονός ότι αρκετές ομάδες είναι ενάντια στους νεοναζί είναι περισσότερο ένα σύμπτωμα πνευματικής υγείας παρά μία ιδεολογική ταυτότητα. Ως εκ τούτου, συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι δεν αγωνιζόμαστε γι’ αυτό που παλεύουν τα μαρξιστικά κόμματα, αν και οι δύο αισθανόμαστε μια βαθιά περιφρόνηση για τις ρατσιστικές και ξενοφοβικές ομάδες. Και ως εκ τούτου, δεν βλέπουμε την αναγκαιότητα της δημιουργία μιας ενότητας απέναντι σε μια απειλή που δεν είναι απειλή, ό,τι κι αν λένε, και που να μας κάνει να αποκηρύξουμε κάποια από τις αρχές της τακτικής μας.
Θέλουμε ενότητα, ναι, αλλά ενότητα ενάντια στον πραγματικό εχθρό: το Κράτος και την ιδεολογία του: τον εθνικισμό. Ενότητα ενάντια σε ό,τι καθιστά δυνατή τη διάχυση του εθνικισμού στο λαό, απομακρύνοντας τον από κάθε επιθυμία για χειραφέτηση. Ενότητα ενάντια στον αυταρχισμό, ενάντια στη λογοκρισία, την καταστολή και την εκμετάλλευση. Ενότητα ενάντια στον καπιταλισμό και για τον ελευθεριακό κομμουνισμό: Για έναν κόσμο χωρίς σύνορα, χωρίς κράτη, χωρίς κυβερνήσεις και, επομένως, χωρίς φασισμό

Αναρχική ομάδα “Οι Εμπρηστές” http://losincendiadores.wordpress.com/

To κείμενο στα ισπανικά. Αναδημοσίευση απο το: http://gr.contrainfo.espiv.net/



[1] Aπό τους μεγαλύτερους φασίστες στη νεότερη ιστορία της Ισπανίας. Εθνικιστής, υπέρμαχος του κάθετου συνδικαλισμού, ιδρυτής της φασιστικής Φάλαγγας. [2] Παρακρατική-παραστρατιωτική οργάνωση που ιδρύθηκε από το «Σοσιαλιστικό» Κόμμα της Ισπανίας. Είχε μεγάλη τρομοκρατική δράση και δολοφονίες όχι μόνο μελών της ΕΤΑ αλλά και βάσκων, αριστερών, οικολόγων, ακτιβιστών και απλών ανθρώπων, στην επικράτεια του κράτους της Ισπανία και της Γαλλίας. [3] Αγωνιστής αντιφασιστικής οργάνωσης που δολοφονήθηκε το 2007 από ακροδεξιούς στη Μαδρίτη. [4] Οι εθνικοσοσιαλιστές της ιστορίας. Το ίδιο μικρονοϊκοί με τους δικούς μας αλλά κάπως πιο οργανωμένοι μέσα στη μιζέρια τους. [5] Εθνικιστές, η light και πιο λαϊκιστική εκδοχή των παραπάνω, αν και όλα αυτά τα φρανκικά αποβράσματα κατά βάθος είναι «τα ίδια σκατά».