8/11/11

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ: Χ

(από τη συλλογή «εκ περάτων»)


Λόγια εκ περάτων συνταχτήκαν
για τον Αγώνιο που πεθαίνει
φτεροκοπούν απάνω κάτω στο τρεμάμενο το εσπέρας
θέλουν να τον σηκώσουν στα φτερά τους ένα γύρο να τον παν
Λυκαβηττός Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μα αυτός πεθαίνει απών
Λυκαβηττός Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια- εδώ παίζαμε άλλοτε
εδώ ζήσαμε
μέρες της παιδικής αγριότητας
Εδώ...άλλοτε... Όμως το εδώ με εντός του το άλλοτε δεν είναι
πια εδώ
και το άλλοτε με εντός του το εδώ δεν είναι πιά άλλοτε
...παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» με κοτρώνες στις αλάνες «συμμορίες» πετροπόλεμοι ή ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στα δασάκια
μέρες της παιδικής αγριότητας- αργότερα
μπήκαμε στο παιχνίδι των μεγάλων σε άχαρη εποχή
άρχιζε να τσακίζει η Επανάσταση να φτιασιδώνεται ν΄ αλλάζει
εύκολα ονόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τους μάρτυρες
και των πληγών το χάος «ειρήνη»
στο ιδανικό υπεισέρχονταν το τερατώδες υπαρκτό
και μόνο που και που καμιά προκήρυξη διαμαρτυρίες ημιπαράνομα
έντυπα έρανοι για τους εξόριστους ψιλοπράγματα
και σε ώρες αθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακή μπορούν να μας κοστίσουν όλα αυτά
και τότε αυτός σηκώθηκε « λοιπόν, μονάχα αυτό; Δεν παίζουμε τη ζωή μας;»
κι οι άλλοι γύρισαν αλλού το πρόσωπο
κι απόμεινε χλωμός και διάφανος έξαλλος μες στον ίδιο του τον
τρόμο
τρεκλίζοντας και σάμπως να πνιγόταν
γιατί ένιωσε ότι φριχτή η βλαστήμια που ξεστόμισε
ότι πατούσε πάνω σε άλλων ζωές και πεπρωμένα
και πως κανένας πια μπαγκιέρης δεν υπήρχε να δεχτεί τη ζωή του
και τότε ήταν που ζήτησε να γίνει η Κρίση επιτέλους να τελειώνουμε
αλλά κανείς δεν του αναγνώριζε το έγκλημα

...κι αυτή τόσο όμορφη τόσο άδικα όμορφη
τα μάτια μου να σέρνει μες στον κουρνιαχτό των δρόμων
κι ατέλειωτες αγρύπνιες κι η σκιά μου πέρα δώθε σαν εκκρεμές
πίσω από τα παράθυρα
χτυπώ την πόρτα μου...κανείς δεν είμαι
απών ματαιωμένος και απών
άδειος- κερί μολύβι και χαρτί
λιώνει και το μολύβι σαν κερί και το χαρτί αποσαθρώνεται το
κατατρώνε οξειδώσεις σχιζομύκητες ανόβια
κι αναρωτιέμαι ήταν ανάγκη έτσι να ειπωθεί η ζωή μας
λέξεις και συλλαβές αλληλοσπαραγμένες
στίχοι με κατακλείδες που ηχούν σαν λαιμητόμοι

...παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στον κουρνιαχτό του κόσμου
κι η σκιά μου πέρα δώθε σαν εκκρεμές πίσω από τα παράθυρα
χτυπώ την πόρτα μου...κανείς δεν είμαι
τίποτε δε σημαίνω τίποτε δεν έχω νόημα
και δεν τελειώνει αυτό και δεν τελειώνει
κωπηλατώ για τα παλιά κι είναι η φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερά τ΄ αδειάζω μπαίνουν ξανά
σώσον με, Σκότος, φύλαξον του βίου μου τα κρύφια
και κάνε να τελειώσει τούτος ο βραχνάς
ξανάρχεται και φεύγει και ξανάρχεται- εδώ ζήσαμε...τι λόγος...
το «ζήσαμε» ματαιώνει το «εδώ» και το «εδώ» το «ζήσαμε»
κανείς δεν είμαι πουθενά δεν είμαι
ήταν ανάγκη έτσι να ειπωθεί η ζωή μας
ξανάρχεται και φεύγει και ξανάρχεται
και δεν τελειώνει αυτό και δεν τελειώνει
δεν έχει νόημα το να τελειώσει
τέλος είναι το ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει απών

2 σχόλια:

dirdawuth είπε...

υπέροχο μες στην σκληρότητα.καλημέρα

Rosa Del Foc είπε...

...μες την σκληρότητα ...των ημερών που έρχονται, θα συμπλήρωνα εγώ -και θα ανταπέδιδα την Καλημέρα..!