20/2/09

Λιμπερτάτια





Η Λιμπερτάτια (γνωστή επίσης κι ως Λιμπερτάλια) λέγεται ότι ήταν μια ελεύθερη αποικία που δημιουργήθηκε από πειρατές υπό τον Καπετάνιο Τζέημς Μισσόν, στα τέλη του 17ου αιώνα. Το αν πράγματι υπήρξε η Λιμπερτάτια ή όχι αμφισβητείται. Η ύπαρξη της περιγράφεται στο βιβλίο, Γενική Ιστορία των Πυρατών, του Καπετάνιου Τσαρλς Τζόνσον, ενός κατά τ’ άλλα άγνωστου προσώπου που μπορεί να ήταν απλά ένα ψευδώνυμο του Ντάνιελ Ντεφόε. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι ένα μίγμα πραγματικότητας και μυθοπλασίας και είναι πιθανόν όλη η αφήγηση σχετικά με την Λιμπερτάτια να είναι καθ ολοκληρία κατασκευασμένη.

Η Λιμπερτάτια λέγεται ότι αποτελούνταν από μια περιοχή στη βόρεια Μαδαγασκάρη και ότι διάρκεσε για περίπου είκοσι πέντε χρόνια. Η ακριβής τοποθεσία της παραμένει άγνωστη, εν τούτοις, οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ότι εκτείνονταν από τον Κόλπο του Αντονγκιλ μέχρι το Μανανζάρυ, συμπεριλαμβανομένων του Φουλπουέν και της Νήσου της Αγιας Μαρίας. Ο Τόμας Τιού, ο Προβηγκιανού Μισσόν και ένα Ιταλός Δομινικανός ιερέας ονόματι Καρατσιόλι συμμετείχαν στην ίδρυσή της.

Το σύνθημα της πειρατικής αυτής ουτοπίας ήταν « Για το Θεό και την ελευθερία» και η σημαία της ήταν λευκή, σε αντίθεση με τον Τζόλυ Ρότζερ. Ηταν αναρχικοί, που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στα κράτη και τους νομοθέτες, που χτύπαγαν πλοία, χαρίζοντας τη ζωή στους φυλακισμένους και ελευθερώνοντας τους σκλάβους. Αυτό αποκαλούνταν Λίμπερι, και ζούσαν κάτω από κοινοτική εξουσία, ενα είδος πειρατικής εργατικής κολλεκτίβας. Είχαν πειρατικά άρθρα (κοινούς κώδικες συμπεριφοράς) και χρησιμοποιούσαν ένα εκλογικό σύστημα ανακλητών αντιπροσώπων.

Ο Μισσόν ήταν Γάλλος, που είχε γεννηθεί στην Προβηγκία. Στο διάστημα που βρέθηκε στη Ρώμη, με άδεια από το Γαλλικό πολεμικό πλοίο Νίκη, απαρνήθηκε την πίστη του, αηδιασμένος από την παρακμή της Παπικής Αυλής. Στη Ρώμη συναντήθηκε τυχαία με τον Καρατσιόλι – έναν « ασελγή ιερέα» που στη διάρκεια μακρόχρονων ταξιδιών, με το λόγο και μόνο, κατάφερε σταδιακά να προσηλυτίσει τον Μισσόν κι ένα μεγάλο μέρος του πληρώματος του στον τρόπο σκέψης του.

….Όλοι οι Άνθρωποι έχουν γεννηθεί ελεύθεροι, κι έχουν τα ίδια δικαιώματα σε όσα χρειάζονται για να ζήσουν όσο και στον Αέρα που αναπνέουν…. η τεράστια Διαφορά μεταξύ των Ανθρώπων που ζουν στα πλούτη κι αυτών που ζουν στην μεγαλύτερη Ανέχεια, οφείλεται μόνο στη Φιλαργυρία και τη Φιλοδοξία των μεν και την απαίσια Υποδούλωση των άλλων.

Το πλήρωμα της Νίκης, αποτελούμενο από 200 άτομα, εξέλεξε τον Μισόν για καπετάνιο και ρίχτηκε στο δρόμο της πειρατείας. Μοιράστηκαν τον πλούτο του πλοίου, αποφασίζοντας πως « τα πάντα πρέπει να είναι κοινά». Όλες οι αποφάσεις παραπέμπονταν στη «Ψήφο όλου του Πληρώματος». Μ’ αυτό τον τρόπο ξεκίνησαν τη νέα τους «Ζωή Ελευθερίας». Στα ανοιχτά της δυτικής ακτής της Αφρικής έπιασαν ένα Ολλανδικό δουλεμπορικό. Οι σκλάβοι απελευθερώθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Νίκη, με τον Μισσόν να δηλώνει ότι «Το εμπόριο ανθρώπων της Φυλής μας, ποτέ δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στα μάτια της Θείας Δικαιοσύνης: Κανένας Άνθρωπος δεν έχει Εξουσία πάνω στην Ελευθερία του άλλου» και ότι « δεν είχε απελευθερωθεί από τον τρομερό ζυγό της σκλαβιάς, και δεν είχε αποκτήσει την Ελευθερία του, για να υποδουλώνει άλλους.» Μετά από κάθε σύγκρουση ο αριθμός των πειρατών μεγάλωνε με νέους Γάλλους, Εγγλέζους και Ολλανδούς προσήλυτους και απελεύθερους Αφρικανούς σκλάβους.

Στη διάρκεια μιας αποστολής στ’ ανοιχτά της Μαδαγασκάρης, ο Μισσόν βρήκε τον τέλειο κόλπο σε μια περιοχή με γόνιμο έδαφος, τρεχούμενο νερό και φιλικούς ιθαγενείς. Εδώ οι πειρατές έχτισαν την Λιμπερτάλια, απαρνούμενοι τους όρους Γάλλοι, Εγγλέζοι, Ολλανδοί και Αφρικανοί και αυτό αποκαλούμενοι Λίμπερι. Δημιούργησαν τη δική τους γλώσσα, μια πολυγλωσσική μίξη Αφρικανικών γλωσσών, συνδυασμένων με στοιχεία από Γαλλικά, Αγγλικά, Ολλανδικά, Πορτογαλικά και της ντόπιας γλώσσας της Μαδαγασκάρης. Λίγο μετά, το Νίκη έπεσε πάνω στον Τόμας Τιού, ο οποίος αποφάσισε να τους ακολουθήσει στην Λιμπερτάλια. Η ιδέα μιας τέτοιας αποικίας, δεν ήταν κάτι νέο για τον Τιού, ο οποίος είχε χάσει το λοστρόμο και 23 μέλη του πληρώματος του, στην προσπάθεια να δημιουργήσουν έναν οικισμό πιο ψηλά στην ακτή της Μαδαγσκάρης. Οι Λίμπερι – «Εχθροί της Δουλείας», σκόπευαν να αυξήσουν τους αριθμούς τους πιάνοντας ένα ακόμα δουλεμπορικό. Στα ανοιχτά της Ανγκόλας, το πλήρωμα του Τιου, σταμάτησε ένα Αγγλικό δουλεμπορικό, με 240 άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα αμπάρια του. Οσοι από τους πειρατές ήταν Αφρικανοί ανακάλυψαν φίλους και συγγενείς, ανάμεσα στους σκλαβωμένους και ενώ τους έλυναν τα δεσμά, τους αποζημίωσαν με ιστορίες για το μεγαλείο της νέας ζωής ελευθερίας.

Οι πειρατές σταδιακά έγιναν αγρότες, διατηρώντας τη γη από κοινού - «Κανένας φράχτης δεν χώριζε την ιδιοκτησία κάποιου Ανθρώπου» Τα λάφυρα και τα χρήματα από τη θάλασσα μεταφέρονταν στο κοινό Θησαυροφυλάκια, «Το Χρήμα δεν είχε καμία Αξία όταν τα Πάντα είναι κοινά»

Ο Καπετάνια Γουίλιαμ Κιντ λέγεται πως επισκέφτηκε τη Λιμπερτάλια το 1697 για επισκευές στο πλοίο του και όταν έφυγε το μισό του πλήρωμα είχε αποφασίσει να μείνει πίσω.

Οι ημερομηνίες της ιστορίας του Τζόνσον έχουν πολλές αντιφάσεις. Η σχέση του με τον Τόμας Τιου, που πέθανε το 1695, τοποθετεί τον θάνατο του Μισσόν γύρω στο 1698, εν τούτοις, φέρεται να συμμετείχε σε κάποια ενέργεια του Γαλλικού Ναυτικύ το 1708.

Επίσης, ο Τζόνσον αναφέρει το Μισσόν σαν Τζέημς, κάτι που μάλλον αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στην ιστορία.


[ Π² ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: